Ο ιός του Δυτικού Νείλου δεν αντιμετωπίζεται απλά μετρώντας ψεκασμούς
Η φετινή έξαρση στην Αττική και η διαφορετική εικόνα της Κεντρικής Μακεδονίας δείχνουν ότι η προστασία από τον ιό απαιτεί μόνιμη επιτήρηση, έγκαιρη πρόληψη και πολύ πιο έξυπνη διαχείριση των κουνουπιών
Η μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων του ιού του Δυτικού Νείλου μέσα στο καλοκαίρι του 2026 επανέφερε μια γνώριμη συζήτηση, η οποία κάθε χρόνο ξεκινά περίπου με τον ίδιο τρόπο, όταν οι πρώτοι σοβαρά ασθενείς φτάνουν στα νοσοκομεία και οι τοπικές αρχές αρχίζουν να απαριθμούν τους ψεκασμούς που έχουν ήδη πραγματοποιήσει. Φέτος, όμως, η έκταση της έξαρσης και κυρίως η συγκέντρωση των περιστατικών στην Αττική δίνουν στην υπόθεση διαφορετική βαρύτητα. Μέχρι τις 26 Αυγούστου είχαν καταγραφεί 232 εγχώρια κρούσματα και 19 θάνατοι, ενώ περίπου έξι στα δέκα περιστατικά εντοπίζονταν στην Αττική, σε μια περιοχή που για χρόνια βρισκόταν στη σκιά της Κεντρικής Μακεδονίας ως προς τη συστηματική κυκλοφορία του ιού.
Η σύγκριση των δύο περιοχών έχει αξία επειδή φανερώνει πόσο εύκολα μπορεί να οδηγηθεί η δημόσια συζήτηση σε λάθος συμπεράσματα. Η ένταση μιας επιδημικής περιόδου δεν εξαρτάται από έναν μόνο παράγοντα και ασφαλώς δεν μετριέται από το πόσα συνεργεία ψεκασμών βγήκαν στον δρόμο. Ο ιός του Δυτικού Νείλου έχει πλέον εγκατασταθεί στην Ελλάδα, κυκλοφορεί μέσα σε έναν σύνθετο οικολογικό κύκλο και επωφελείται από τις μεταβολές του κλίματος, την παρουσία στάσιμων νερών, την αφθονία πτηνών και κουνουπιών, καθώς και από τις αδυναμίες ενός συστήματος που συχνά κινητοποιείται πιο γρήγορα όταν ο κίνδυνος έχει ήδη γίνει ορατός στους ανθρώπους.
Η Αττική φαίνεται πως μπήκε σε μια νέα επιδημιολογική εποχή
Η φετινή εικόνα της Αττικής δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή συγκυριακή παρέκκλιση. Η περιοχή βρέθηκε στο επίκεντρο επειδή συνέπεσαν παράγοντες που ευνόησαν πολύ νωρίς την ανάπτυξη του κύκλου μετάδοσης ανάμεσα στα πτηνά και στα κουνούπια του γένους Culex. Ο ήπιος χειμώνας, η υγρή άνοιξη και οι υψηλές θερμοκρασίες που ακολούθησαν δημιούργησαν συνθήκες μέσα στις οποίες οι πληθυσμοί των κουνουπιών αυξήθηκαν και ο ιός μπορούσε να πολλαπλασιαστεί ταχύτερα μέσα στον διαβιβαστή.
Το πρόβλημα επιβαρύνεται από τη μορφή της ίδιας της Αττικής. Πίσω από τον συμπαγή αστικό ιστό υπάρχουν περιαστικές εκτάσεις, αρδευόμενες ζώνες, ρέματα, φρεάτια, εγκαταλειμμένες πισίνες, αυλές και αμέτρητες μικρές συλλογές νερού, οι οποίες μπορεί να λειτουργήσουν ως εστίες αναπαραγωγής. Σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη περιοχή, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση του ποσοστού των μολυσμένων κουνουπιών μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των ανθρώπινων περιστατικών.
Η πραγματική αλλαγή, επομένως, βρίσκεται στη μονιμότητα του κινδύνου. Ο Δυτικός Νείλος δεν εμφανίζεται κάθε καλοκαίρι ως εισαγόμενο επεισόδιο από κάποια μακρινή χώρα. Έχει αποκτήσει τοπικό κύκλο μετάδοσης και υπάρχουν ήδη στοιχεία ότι μπορεί να επιβιώνει ακόμη και κατά τους χειμερινούς μήνες. Η Αττική οφείλει πλέον να σχεδιάζει την προστασία της με τη λογική μιας περιοχής μόνιμου επιδημιολογικού ενδιαφέροντος.
Η Κεντρική Μακεδονία έχει πληρώσει ακριβά για να μάθει
Η Κεντρική Μακεδονία γνωρίζει αυτή την πραγματικότητα εδώ και περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια. Η μεγάλη έξαρση του 2010, όπως και οι επόμενες χρονιές με έντονη μετάδοση, ανάγκασαν την περιοχή να δημιουργήσει ένα πιο σύνθετο σύστημα παρακολούθησης, επειδή η γεωγραφία της αφήνει ελάχιστα περιθώρια εφησυχασμού. Οι ορυζώνες της πεδιάδας, τα αρδευτικά κανάλια, οι υγρότοποι του Αξιού, του Λουδία και του Αλιάκμονα και οι μεγάλοι πληθυσμοί πτηνών σχηματίζουν ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ευνοϊκό για τα Culex.
Φέτος, μέχρι τα τέλη Αυγούστου, τα κρούσματα στην περιοχή παρέμεναν σαφώς λιγότερα από εκείνα της Αττικής. Ένα μέρος αυτής της διαφοράς οφείλεται πιθανότατα στις καιρικές και οικολογικές συνθήκες της συγκεκριμένης χρονιάς. Ένα άλλο μέρος σχετίζεται εύλογα με την εμπειρία που έχει συσσωρευθεί.
Στην Κεντρική Μακεδονία οι αρχές παρακολουθούν συστηματικά τα κουνούπια, χρησιμοποιούν εργαστηριακούς ελέγχους και ζώα δείκτες και προσαρμόζουν μέρος των παρεμβάσεων στον κύκλο των ορυζώνων. Οι εναέριες προνυμφοκτονίες ξεκίνησαν από τον Ιούνιο, όταν οι συνθήκες στους ορυζώνες άρχισαν να ευνοούν την ανάπτυξη των προνυμφών, ενώ οι ακμαιοκτονίες ενεργοποιήθηκαν αργότερα, όταν οι δείκτες κινδύνου ενισχύθηκαν.
Αυτό το μοντέλο έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Θεσσαλονίκη, επειδή η πόλη βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε μία από τις μεγαλύτερες ζώνες παραγωγής κουνουπιών της χώρας. Η προστασία της δεν μπορεί να περιορίζεται στα διοικητικά όρια του δήμου ούτε να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά από τη Χαλάστρα, τη Σίνδο, το Δέλτα και τους ορυζώνες της δυτικής πεδιάδας.
Οι ψεκασμοί είναι εργαλείο και όχι στρατηγική
Η πολιτική συζήτηση γύρω από την καταπολέμηση των κουνουπιών καταλήγει συχνά σε έναν διαγωνισμό αριθμών, στον οποίο Περιφέρειες και δήμοι παρουσιάζουν πόσες εφαρμογές πραγματοποίησαν, πόσες χιλιάδες στρέμματα κάλυψαν και πόσα συνεργεία χρησιμοποίησαν. Αυτά τα στοιχεία έχουν αξία μόνο όταν γνωρίζουμε πού έγιναν οι παρεμβάσεις, πότε πραγματοποιήθηκαν και αν πράγματι μείωσαν τους πληθυσμούς των επικίνδυνων ειδών.
Η προνυμφοκτονία, που στοχεύει το κουνούπι όσο ακόμη βρίσκεται στο νερό, αποτελεί τον βασικό πυλώνα της πρόληψης, επειδή περιορίζει την επόμενη γενιά πριν αυτή αρχίσει να μεταδίδει τον ιό. Η ακμαιοκτονία, που στρέφεται κατά των ενήλικων κουνουπιών, αποκτά μεγάλη αξία όταν ο ιός κυκλοφορεί ήδη έντονα και χρειάζεται άμεση μείωση του πληθυσμού των διαβιβαστών.
Ούτε η μία ούτε η άλλη μέθοδος μπορεί να λειτουργήσει μηχανικά. Ένας ψεκασμός σε λάθος ώρα, με ακατάλληλες καιρικές συνθήκες ή σε περιοχή όπου δεν βρίσκεται η κύρια εστία μπορεί να έχει πολύ μικρό αποτέλεσμα. Η επαναλαμβανόμενη χρήση των ίδιων δραστικών ουσιών μπορεί επίσης να οδηγήσει σε ανθεκτικότητα των κουνουπιών, μειώνοντας σταδιακά την αποτελεσματικότητα του διαθέσιμου οπλοστασίου.
Για αυτό και το ουσιαστικό ερώτημα στην Αττική δεν αφορά το αν έγιναν ψεκασμοί. Έγιναν και μάλιστα από νωρίς. Η συζήτηση πρέπει να στραφεί στο αν το σύστημα εντόπισε έγκαιρα τις περιοχές όπου ο ιός άρχισε να κυκλοφορεί έντονα και αν οι παρεμβάσεις προσαρμόστηκαν αρκετά γρήγορα στα δεδομένα.
Η μάχη κερδίζεται πριν εμφανιστεί το πρώτο σοβαρό κρούσμα
Ο άνθρωπος αποτελεί έναν καθυστερημένο δείκτη της επιδημιολογικής κυκλοφορίας. Όταν ένας ηλικιωμένος ασθενής φτάσει στο νοσοκομείο με εγκεφαλίτιδα, έχουν ήδη προηγηθεί η μόλυνση του κουνουπιού, η ανάπτυξη του ιού μέσα σε αυτό, το τσίμπημα, η περίοδος επώασης και η εξέλιξη της νόσου. Μέχρι να καταγραφεί το περιστατικό, η μετάδοση μπορεί να βρίσκεται σε εξέλιξη επί αρκετές ημέρες.
Γι αυτό η πραγματική άμυνα πρέπει να μετακινηθεί νωρίτερα. Ένα πυκνό δίκτυο παγίδων μπορεί να μετρά τους πληθυσμούς των Culex και να ελέγχει εργαστηριακά αν μεταφέρουν τον ιό. Τα πτηνά και άλλα ζώα δείκτες μπορούν να προσφέρουν πρόσθετες προειδοποιήσεις, ενώ τα δεδομένα θερμοκρασίας, υγρασίας, βροχοπτώσεων και αρδευτικών κύκλων μπορούν να δείξουν πού αναμένεται αύξηση του κινδύνου.
Στην Κεντρική Μακεδονία αυτή η λογική έχει ήδη δοκιμαστεί στην πράξη. Το επόμενο βήμα θα ήταν η δημιουργία ενός πραγματικού συστήματος πρόγνωσης, στο οποίο η αύξηση συγκεκριμένων δεικτών θα ενεργοποιεί αυτόματα ενισχυμένες παρεμβάσεις πριν αυξηθούν τα ανθρώπινα κρούσματα.
Για τη Θεσσαλονίκη, ένα τέτοιο σύστημα χρειάζεται να λειτουργεί μητροπολιτικά. Οι παγίδες, τα θετικά δείγματα, τα φρεάτια, οι ορυζώνες και οι ψεκασμοί πρέπει να βρίσκονται στην ίδια γεωγραφική βάση δεδομένων, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται με βάση την πραγματική κίνηση του κινδύνου και όχι τα όρια κάθε δήμου.
Η κλιματική αλλαγή απαιτεί μόνιμη υγειονομική προσαρμογή
Ο Δυτικός Νείλος προσφέρει ίσως μια πρώτη εικόνα των προβλημάτων που θα απασχολήσουν όλο και περισσότερο τη νότια Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες διευρύνουν την περίοδο δραστηριότητας των κουνουπιών, επιταχύνουν τον πολλαπλασιασμό ορισμένων παθογόνων μέσα στους διαβιβαστές και επιτρέπουν σε είδη που κάποτε περιορίζονταν σε θερμότερα κλίματα να εγκαθίστανται βορειότερα.
Η Ελλάδα θα χρειαστεί επομένως να αντιμετωπίσει την καταπολέμηση των κουνουπιών ως μόνιμη πολιτική δημόσιας υγείας και όχι ως εποχική εργολαβία που ενεργοποιείται κάθε άνοιξη και αξιολογείται κάθε φθινόπωρο. Η περιβαλλοντική διαχείριση, ο καθαρισμός φρεατίων, η εξάλειψη στάσιμων νερών, η σωστή διαχείριση των αρδευτικών συστημάτων, η βιολογική προνυμφοκτονία και η στοχευμένη χρήση εντομοκτόνων χρειάζονται να ενταχθούν σε ένα ενιαίο σύστημα.
Στην Κεντρική Μακεδονία υπάρχει ήδη η εμπειρία πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί ένα τέτοιο μοντέλο. Στην Αττική η φετινή έξαρση δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να μεταβληθεί ο επιδημιολογικός χάρτης όταν οι συνθήκες ευνοήσουν τον ιό. Το βασικό μάθημα του 2026 βρίσκεται ακριβώς εκεί. Οι ψεκασμοί θα παραμείνουν απαραίτητοι, η πραγματική επιτυχία όμως θα κρίνεται από το αν οι αρχές γνωρίζουν πού βρίσκεται ο κίνδυνος πριν χρειαστεί να τον επιβεβαιώσει ένα γεμάτο νοσοκομειακό κρεβάτι.