Μια παρεμπίπτουσα συνέπεια των νέων κομμάτων: Η δημοκρατία των δύο ταχυτήτων
Πώς η δημιουργία των νέων πολιτικών σχηματισμών αποκαλύπτει ένα θεσμικό κενό που επιτρέπει άνισους όρους λογοδοσίας και μεταβάλλει τους κανόνες του πολιτικού ανταγωνισμού;
Το ελληνικό κομματικό σύστημα διανύει μια περίοδο έντονης μετάβασης. Οι βεβαιότητες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο έχουν υποχωρήσει, οι παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις εμφανίζονται ασθενέστερες και η εκλογική συμπεριφορά μεταβάλλεται με μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι στο παρελθόν. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που δημιουργήθηκαν τον τελευταίο καιρό και απέκτησαν σημαντική δημοσκοπική επιρροή χωρίς κοινοβουλευτική παρουσία, οργανωτική ωριμότητα ή ολοκληρωμένο προγραμματικό λόγο, αλλάζουν τα δεδομένα των ίδιων των όρων της δημόσιας συζήτησης.
Η εμφάνιση της ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού αποτελεί πλέον τη νέα πραγματικότητα. Ανεξάρτητα από την τελική εκλογική τους πορεία, και τα δύο κόμματα επηρεάζουν ήδη τα δημόσια πράγματα, απορροφούν πολιτικό ενδιαφέρον και διεκδικούν την ψήφο πολιτών που αναζητούν εναλλακτικές επιλογές απέναντι στους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς.
Η ιδιαιτερότητα της συγκυρίας βρίσκεται στο γεγονός ότι η πολιτική επιρροή προηγείται της θεσμικής συγκρότησης. Η δημοσκοπική δυναμική αναπτύσσεται ταχύτερα από την οργανωτική ωρίμανση και η εκλογική απήχηση συχνά προηγείται της πλήρους προγραμματικής επεξεργασίας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, συνδέεται όμως με ευρύτερες μεταβολές στη λειτουργία των δυτικών δημοκρατιών, όπου η προσωποκεντρική πολιτική και η επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν την ταχεία ανάδειξη νέων πολιτικών φορέων.
Η νέα αυτή πραγματικότητα φέρνει στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που σε παλαιότερες περιόδους δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία. Οι θεσμοί που διέπουν τον πολιτικό ανταγωνισμό σχεδιάστηκαν για ένα κομματικό σύστημα πολύ πιο σταθερό από το σημερινό. Ως αποτέλεσμα, ορισμένοι κανόνες παράγουν πλέον συνέπειες που δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν όταν θεσπίστηκαν.
Όταν η λογοδοσία ακολουθεί τους παλιούς συσχετισμούς
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νέα υποχρέωση των κοινοβουλευτικών κομμάτων να υποβάλλουν τα οικονομικά τους προγράμματα στο Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο για αξιολόγηση και κοστολόγηση.
Η φιλοσοφία της ρύθμισης είναι απολύτως εύλογη. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν το πραγματικό κόστος των προτάσεων που παρουσιάζονται στον δημόσιο διάλογο. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας πολιτικής, οι πηγές χρηματοδότησής της και η βιωσιμότητά της αποτελούν κρίσιμες πληροφορίες για μια κοινωνία που εξακολουθεί να κουβαλά την εμπειρία της οικονομικής κρίσης.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια τη ρύθμιση. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η υποχρέωση αφορά μόνο τα κόμματα που διαθέτουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Έτσι, σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική επιρροή και η κοινοβουλευτική παρουσία δεν συμπίπτουν πάντοτε, δημιουργείται μια ιδιότυπη ανισορροπία.
Κόμματα που εκπροσωπούνται στη Βουλή υποχρεώνονται να εκθέτουν τις προτάσεις τους σε θεσμικό έλεγχο. Την ίδια στιγμή, πολιτικοί σχηματισμοί που διεκδικούν σημαντικά ποσοστά στις επόμενες εκλογές μπορούν να παρουσιάζουν οικονομικές δεσμεύσεις χωρίς να αντιμετωπίζουν την ίδια απαίτηση τεκμηρίωσης. Η λογοδοσία οργανώνεται έτσι με βάση τους συσχετισμούς των προηγούμενων εκλογών, ενώ η πολιτική επιρροή διαμορφώνεται με βάση τις προσδοκίες για τις επόμενες.
Η προγραμματική αμετροέπεια ως θεσμικό πλεονέκτημα
Η συγκεκριμένη ασυμμετρία επηρεάζει αναπόφευκτα τα κίνητρα των πολιτικών φορέων. Όταν ένα κόμμα γνωρίζει ότι οι οικονομικές του εξαγγελίες θα εξεταστούν λεπτομερώς, είναι υποχρεωμένο να υπολογίζει το κόστος τους, να παρουσιάζει πηγές χρηματοδότησης και να προετοιμάζεται για κριτική.
Όταν αντίστοιχη υποχρέωση δεν υπάρχει, τα περιθώρια κινήσεων διευρύνονται σημαντικά. Η πολιτική συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «πώς θα εφαρμοστεί» στο ερώτημα «πόσο ελκυστικό ακούγεται».
Η ΕΛ.Α.Σ. έχει ήδη παρουσιάσει προτάσεις με σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα, όπως η καθιέρωση δωρεάν μετακινήσεων στα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης για τους μόνιμους κατοίκους. Η πρόταση αυτή διαθέτει σαφή κοινωνική απήχηση και ταυτόχρονα εγείρει εύλογα ερωτήματα σχετικά με το κόστος, τις απώλειες εσόδων και τον τρόπο χρηματοδότησης του μέτρου.
Στην περίπτωση της Ελπίδας για τη Δημοκρατία, η κατάσταση εμφανίζει μια διαφορετική διάσταση. Στελέχη του κόμματος έχουν δηλώσει δημοσίως ότι το οικονομικό πρόγραμμα παραμένει υπό διαμόρφωση. Η παραδοχή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη πολιτικής αφέλειας ή οργανωτικής ανωριμότητας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα. Ένα κόμμα που διεκδικεί σημαντική εκλογική επιρροή μπορεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης χωρίς να έχει ακόμη παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σχέδιο.
Σε ένα περιβάλλον άνισης λογοδοσίας, η προγραμματική αμετροέπεια μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτικό πλεονέκτημα. Οι πιο φιλόδοξες υποσχέσεις και οι πιο γενναιόδωρες εξαγγελίες απολαμβάνουν τα οφέλη της δημοσιότητας χωρίς να συνοδεύονται από αντίστοιχο βάρος τεκμηρίωσης.
Όταν η ασάφεια μετατρέπεται σε εκλογικό πλεονέκτημα
Η πολιτική σαφήνεια συνοδεύεται πάντοτε από κόστος. Κάθε αριθμός προκαλεί ερωτήματα. Κάθε κοστολόγηση δημιουργεί αντιδράσεις. Κάθε ιεράρχηση προτεραιοτήτων συνεπάγεται συμβιβασμούς.
Η ασάφεια λειτουργεί διαφορετικά. Επιτρέπει σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες να επενδύουν τις δικές τους προσδοκίες σε έναν πολιτικό φορέα. Επιτρέπει σε ένα κόμμα να συγκεντρώνει ετερόκλητες υποστηρίξεις χωρίς να χρειάζεται να επιλύει εγκαίρως τις αντιφάσεις που ενδέχεται να υπάρχουν στο εσωτερικό του.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η διαφορετική μεταχείριση κοινοβουλευτικών και μη κοινοβουλευτικών κομμάτων αποκτά και εκλογική διάσταση. Οι πολιτικοί φορείς που υποχρεώνονται να λειτουργούν μέσα σε αυστηρότερο πλαίσιο λογοδοσίας εκτίθενται σε μεγαλύτερο έλεγχο. Όσοι βρίσκονται εκτός του ίδιου πλαισίου διατηρούν μεγαλύτερη ευχέρεια να κινούνται σε ένα πεδίο γενικών διακηρύξεων και ασαφών δεσμεύσεων.
Η πολιτική επιρροή μπορεί έτσι να προηγείται της προγραμματικής συγκρότησης και η εκλογική δυναμική να αναπτύσσεται πριν από την πλήρη παρουσίαση ενός συνεκτικού σχεδίου διακυβέρνησης.
Η παράπλευρη συνέπεια των τηλεοπτικών αναμετρήσεων
Η ίδια λογική εμφανίζεται και στο ζήτημα ενός ενδεχόμενου προεκλογικού τηλεοπτικού debate. Οι κανόνες που διέπουν τις κεντρικές πολιτικές αναμετρήσεις διαμορφώθηκαν σε μια εποχή κατά την οποία οι βασικοί διεκδικητές της εξουσίας βρίσκονταν ήδη εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Σήμερα, όμως, ένα μη κοινοβουλευτικό κόμμα μπορεί να εμφανίζει δημοσκοπική δυναμική αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη από εκείνη κομμάτων που διαθέτουν βουλευτές. Αν οι ηγεσίες αυτών των σχηματισμών αποκλειστούν από τις κεντρικές τηλεοπτικές αναμετρήσεις, προκύπτει μια διπλή συνέπεια.
Από τη μία πλευρά, οι πολίτες στερούνται τη δυνατότητα να αξιολογήσουν ισότιμα όλους τους πολιτικούς φορείς που διεκδικούν την ψήφο τους. Από την άλλη πλευρά, οι ίδιοι οι αποκλεισμένοι αποκτούν τη δυνατότητα να μετατρέψουν την απουσία τους σε πολιτικό αφήγημα. Η επίκληση ενός δήθεν κλειστού πολιτικού συστήματος που επιχειρεί να προστατεύσει τους καθιερωμένους παίκτες μπορεί να λειτουργήσει ιδιαίτερα αποτελεσματικά σε περιόδους γενικευμένης δυσπιστίας προς τους θεσμούς.
Έτσι, ακόμη και μια θεσμική εξαίρεση που προκύπτει από υφιστάμενους κανόνες είναι δυνατόν να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο.
Η ανάγκη προσαρμογής των θεσμών στη νέα πραγματικότητα
Η συζήτηση που ανοίγει δεν αφορά αποκλειστικά την ΕΛ.Α.Σ. ή την Ελπίδα για τη Δημοκρατία. Αφορά τη σχέση ανάμεσα στους θεσμούς και σε ένα κομματικό σύστημα που μεταβάλλεται ταχύτερα από ό,τι στο παρελθόν.
Όσο η πολιτική επιρροή παύει να ταυτίζεται με την κοινοβουλευτική παρουσία, τόσο περισσότερο ανακύπτει το ερώτημα αν οι υποχρεώσεις λογοδοσίας θα πρέπει να ακολουθούν την πραγματική πολιτική βαρύτητα και όχι αποκλειστικά την τυπική θεσμική θέση ενός κόμματος.
Η δημοκρατία έχει κάθε λόγο να απαιτεί από τους πολιτικούς φορείς που διεκδικούν την ψήφο των πολιτών να παρουσιάζουν τεκμηριωμένες προτάσεις, να εξηγούν τον τρόπο εφαρμογής τους και να συμμετέχουν σε συνθήκες ισότιου δημόσιου διαλόγου. Όταν οι υποχρεώσεις αυτές κατανέμονται άνισα μεταξύ πολιτικών ανταγωνιστών που απευθύνονται στο ίδιο εκλογικό ακροατήριο, δημιουργούνται στρεβλώσεις οι οποίες υπερβαίνουν το θεσμικό επίπεδο.
Σε μια περίοδο αυξημένης πολιτικής ρευστότητας, οι κανόνες του ανταγωνισμού αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Και όταν η λογοδοσία ακολουθεί διαφορετική διαδρομή από την πολιτική επιρροή, οι συνέπειες γίνονται αισθητές όχι μόνο στη λειτουργία των θεσμών αλλά και στην ίδια την εκλογική διαδικασία.