Η «επιδημία» των προσωποπαγών κομμάτων: Από το κόμμα στον αρχηγό
Το ρευστό πολιτικό τοπίο, η ίδρυση των κομμάτων Τσίπρα και Καρυστιανού και η μεγάλη μετάβαση της ευρωπαϊκής πολιτικής στην εποχή των προσωποπαγών κομμάτων
Η εικόνα που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα προκαλεί ένα εύλογο ερώτημα. Πώς φτάσαμε σε ένα πολιτικό σύστημα όπου ολοένα περισσότερα κόμματα αναγνωρίζονται πρωτίστως από το πρόσωπο του αρχηγού τους και λιγότερο από τις ιδέες, τις κοινωνικές τους αναφορές ή τις οργανωτικές τους δομές; Η πρόσφατη ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. από τον Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία από τη Μαρία Καρυστιανού ήρθε να προστεθεί σε έναν ήδη μακρύ κατάλογο σχηματισμών που συνδέονται σχεδόν αποκλειστικά με τον ιδρυτή τους. Από τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Κυριάκο Βελόπουλο μέχρι τον Στέφανο Κασσελάκη, τον Γιάνη Βαρουφάκη και την Αφροδίτη Λατινοπούλου, η πολιτική αγορά μοιάζει να οργανώνεται ολοένα περισσότερο γύρω από πρόσωπα, παρά από οποιαδήποτε κομματική διαδικασία, ακόμα και την πλέον στοιχειώδη.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Στην Ολλανδία, το κόμμα του Γκέερτ Βίλντερς διαθέτει ως μοναδικό επίσημο μέλος τον ίδιο τον ιδρυτή του. Στη Γερμανία μια χώρα με υψηλή κομματική θεσμοποίηση, η Σάρα Βάγκενκνεχτ δημιούργησε έναν πολιτικό φορέα που φέρει το όνομά της. Στη Βρετανία, η πολιτική διαδρομή του Νάιτζελ Φάρατζ αποδεικνύει πόσο μεγάλη μπορεί να είναι η αυτονομία ενός ηγέτη από τους κομματικούς οργανισμούς που κατά καιρούς ιδρύει -το UKIP παλαιότερα και το Reform Party τώρα. Στην Ιταλία, το Κίνημα Πέντε Αστέρων οικοδομήθηκε γύρω από το προσωπικό κύρος του Μπέπε Γκρίλο, ενώ στην Κύπρο η πολιτική ανάδειξη του Φειδία Παναγιώτου βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην προσωπική του ψηφιακή επιρροή.
Πρόκειται για μια μεταβολή που αγγίζει τον πυρήνα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες οργανώνουν τις πολιτικές τους προτιμήσεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές ελίτ επιδιώκουν να κατακτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία.
Η αποδυνάμωση των ιδεολογιών και των συλλογικών ταυτοτήτων
Κατά τον εικοστό αιώνα, τα μεγάλα κόμματα της Ευρώπης λειτουργούσαν ως εκφραστές κοινωνικών ομάδων με σχετικά σταθερή ταυτότητα. Οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, οι θρησκευτικές κοινότητες, οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα μεσαία στρώματα αναγνώριζαν τον εαυτό τους μέσα σε συγκεκριμένες πολιτικές παραδόσεις. Οι κομματικές οργανώσεις παρείχαν ένα πλαίσιο κοινωνικοποίησης, συμμετοχής και πολιτικής εκπαίδευσης, ενώ η κομματική ένταξη αποτελούσε συχνά στοιχείο προσωπικής και οικογενειακής ταυτότητας.
Η εικόνα αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Οι κοινωνικές διαιρέσεις που περιέγραψαν οι Lipset και Rokkan έχουν χάσει μεγάλο μέρος της συνοχής τους. Η αποβιομηχάνιση, η παγκοσμιοποίηση, η άνοδος της οικονομίας των υπηρεσιών και η εξατομίκευση των κοινωνικών συμπεριφορών αποδυνάμωσαν τις παραδοσιακές κοινότητες αναφοράς. Ο σημερινός ψηφοφόρος μετακινείται ευκολότερα από κόμμα σε κόμμα, διαμορφώνει τις απόψεις του μέσα από πολλαπλές πηγές πληροφόρησης και εμφανίζει χαμηλότερα επίπεδα οργανωμένης πολιτικής συμμετοχής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το πρόσωπο του ηγέτη αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Ο πολίτης που δεν αισθάνεται ισχυρούς δεσμούς με ένα κόμμα αναζητά ευκολότερα μια προσωπικότητα με την οποία μπορεί να ταυτιστεί συναισθηματικά, πολιτισμικά ή αξιακά. Η πολιτική επικοινωνία προσαρμόζεται σε αυτή τη νέα πραγματικότητα και μετατοπίζεται από τα συλλογικά αφηγήματα στις προσωπικές ιστορίες.
Η τηλεόραση υπήρξε ο πρώτος μεγάλος καταλύτης αυτής της διαδικασίας. Τα κοινωνικά δίκτυα επιτάχυναν ακόμη περισσότερο την προσωποποίηση της πολιτικής, καθώς επιτρέπουν την απευθείας επικοινωνία μεταξύ ηγέτη και ψηφοφόρου χωρίς τη διαμεσολάβηση κομματικών οργανώσεων, εφημερίδων ή συνδικάτων. Η πολιτική ταυτότητα μετατρέπεται σταδιακά σε σχέση μεταξύ κοινού και προσώπου.
Η επιστροφή του κόμματος πολιτευτών σε νέα, σελέμπριτι ψηφιακή μορφή
Παρά τον έντονα σύγχρονο χαρακτήρα αυτού του φαινομένου, η ιστορική του καταγωγή παρουσιάζει ενδιαφέρον. Πολλές από τις σημερινές εξελίξεις θυμίζουν τις μορφές πολιτικής οργάνωσης που επικρατούσαν πριν από την εμφάνιση των μαζικών κομμάτων.
Τα κόμματα στελεχών του δέκατου ένατου αιώνα στηρίζονταν σε βουλευτές, τοπικούς παράγοντες, ισχυρές προσωπικότητες και δίκτυα επιρροής. Η οργανωμένη βάση ήταν περιορισμένη και η ιδεολογική συνοχή συχνά χαλαρή. Οι πολιτικές συμμαχίες διαμορφώνονταν γύρω από πρόσωπα που διέθεταν κύρος, οικονομικούς πόρους ή κοινωνική επιρροή.
Στη σημερινή εποχή, οι παραδοσιακοί κομματάρχες έχουν αντικατασταθεί από πρόσωπα που διαθέτουν δημόσια αναγνωρισιμότητα, πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης και ισχυρή παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα. Η πολιτική επιρροή συνδέεται με τον αριθμό των ακολούθων, με την ψηφιακή απήχηση και με την ικανότητα παραγωγής δημόσιου ενδιαφέροντος.
Ο πολιτευτής του εικοστού πρώτου αιώνα μεταφέρει μαζί του ένα διαφορετικό είδος πολιτικού κεφαλαίου. Δεν εκπροσωπεί απαραίτητα μια οργανωμένη κοινωνική ομάδα. Μεταφέρει προσωπική φήμη, αναγνωρισιμότητα και πρόσβαση σε κοινότητες υποστηρικτών. Το γεγονός αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τη ρευστότητα που παρατηρείται σήμερα σε πολλούς πολιτικούς χώρους.
Η περίπτωση της ελληνικής Κεντροαριστεράς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η διαδοχική μετακίνηση στελεχών μεταξύ ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς και νέων πολιτικών εγχειρημάτων αποκαλύπτει μια μορφή πολιτικής κινητικότητας που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς στις δεκαετίες κατά τις οποίες οι κομματικές ταυτότητες διατηρούσαν υψηλά επίπεδα συνοχής.
Οι πρόσφατες εξελίξεις προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος σε αυτή τη διαπίστωση. Η ανεξαρτητοποίηση των επτά βουλευτών της Νέας Αριστεράς και η απώλεια της κοινοβουλευτικής της ομάδας συνιστούν ένα γεγονός με σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα εσωτερικά ενός κόμματος. Αποτυπώνουν μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης, κατά την οποία σημαντικό μέρος των στελεχών του χώρου φαίνεται να αξιολογεί τη μελλοντική του θέση με κριτήριο τις προοπτικές της ΕΛ.Α.Σ. και τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα στο νέο πολιτικό σκηνικό.
Την ίδια στιγμή, η στάση αναμονής που παρατηρείται σε τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί την εικόνα ενός οργανισμού που δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως αυτόνομος πολιτικός πόλος, καθώς η προσοχή πολλών στελεχών και ψηφοφόρων παραμένει στραμμένη προς τον πρώην ηγέτη του. Πρόκειται για μια συνθήκη που φωτίζει εύγλωττα τη μετάβαση από το κόμμα ως συλλογικό φορέα στο κόμμα ως πολιτική πλατφόρμα γύρω από ένα πρόσωπο.
Η αγορά πολιτικών στελεχών και η λογική της πολιτικής προσφοράς
Η σχολή της Δημόσιας Επιλογής και η οικονομική ανάλυση της πολιτικής προσφέρουν μια διαφορετική οπτική γωνία. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι πολιτικοί δρουν μέσα σε ένα σύστημα κινήτρων όπου η αναζήτηση επιρροής, εκλογικής επιτυχίας και πολιτικής επιβίωσης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα των επιλογών τους.
Όταν οι ιδεολογικές διαφορές περιορίζονται και οι κομματικές ταυτίσεις γίνονται πιο αδύναμες, τα πολιτικά στελέχη αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία. Ο βουλευτής, ο αυτοδιοικητικός ή το προβεβλημένο κομματικό στέλεχος αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως φορέα ενός προσωπικού πολιτικού κεφαλαίου που μπορεί να αξιοποιηθεί σε διαφορετικά οργανωτικά πλαίσια από τα καθιερωμένα.
Η σημερινή συγκυρία στον χώρο της ελληνικής Κεντροαριστεράς φωτίζει εύγλωττα αυτή τη λογική. Οι αποχωρήσεις από τη Νέα Αριστερά, οι διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στον ΣΥΡΙΖΑ και η εμφάνιση της ΕΛ.Α.Σ. ως νέου πόλου συσπείρωσης δημιουργούν την εντύπωση ενός πολιτικού χώρου που βρίσκεται σε φάση ανασύνταξης γύρω από ένα νέο κέντρο βάρους.
Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε μια ιδιότυπη αγορά πολιτικών στελεχών, όπου οι συμμετέχοντες αξιολογούν τις πιθανότητες επιτυχίας διαφορετικών εγχειρημάτων και προσαρμόζουν τη στάση τους ανάλογα με τις προσδοκίες τους. Η συμπεριφορά αυτή διαθέτει τη δική της πολιτική λογική, καθώς κάθε πολιτικός επιδιώκει να διατηρήσει ή να ενισχύσει την επιρροή του μέσα σε ένα ασταθές περιβάλλον.
Η λειτουργία των κομμάτων, ωστόσο, αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά όταν η προσδοκία ενός νέου ηγέτη ή ενός νέου φορέα καθίσταται σημαντικότερη από την ίδια την πολιτική ζωή των υπαρχόντων οργανισμών. Οι εσωτερικές διαδικασίες ατονούν, η παραγωγή πολιτικής περιορίζεται και η συλλογική δράση υποχωρεί μπροστά στις προσωπικές στρατηγικές.
Η ποιότητα της δημοκρατίας και το μέλλον των κομμάτων
Το σημαντικότερο ερώτημα αφορά τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων για τη δημοκρατία. Τα κόμματα αποτελούν θεμελιώδεις θεσμούς των αντιπροσωπευτικών συστημάτων, επειδή συνδέουν την κοινωνία με το κράτος, επεξεργάζονται πολιτικές προτάσεις, εκπαιδεύουν στελέχη και οργανώνουν τη συλλογική συμμετοχή των πολιτών.
Όταν η πολιτική ζωή επικεντρώνεται ολοένα περισσότερο σε πρόσωπα, οι λειτουργίες αυτές αποδυναμώνονται. Η δημόσια συζήτηση αποκτά προσωποκεντρικό χαρακτήρα, η οργανωτική συνοχή εξασθενεί και η εσωκομματική δημοκρατία συρρικνώνεται. Η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται από το επίπεδο των ιδεών στο επίπεδο της προσωπικής απήχησης.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με μια βαθύτερη μεταβολή της πολιτικής νομιμοποίησης. Ο Μαξ Βέμπερ είχε περιγράψει τη χαρισματική εξουσία ως μορφή κυριαρχίας που βασίζεται στην πίστη προς ένα πρόσωπο και στις ιδιαίτερες ιδιότητες που του αποδίδουν οι υποστηρικτές του. Στη σύγχρονη Ευρώπη παρατηρείται μια αναβίωση αυτού του στοιχείου μέσα σε θεσμικά δημοκρατικά πλαίσια. Η προσωπική αυθεντικότητα, η δημόσια εικόνα και η συμβολική δύναμη ενός ηγέτη αποκτούν αυξανόμενη πολιτική σημασία.
Η διαδικασία αυτή επηρεάζει και τη σχέση των πολιτών με την πολιτική. Όταν οι κομματικές οργανώσεις αδυνατούν να λειτουργήσουν ως χώροι συμμετοχής και διαβούλευσης, η πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε παρακολούθηση προσώπων και γεγονότων. Η ιδιότητα του ενεργού μέλους υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει η ιδιότητα του ακολούθου.
Η σημερινή κρίση του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη συνδέεται επομένως με μια ευρύτερη κρίση των ενδιάμεσων θεσμών που παραδοσιακά συνέδεαν τον πολίτη με τη δημόσια σφαίρα. Η ανάδυση προσωποπαγών κομμάτων αποτυπώνει τις μεταβολές της κοινωνίας, της επικοινωνίας και της πολιτικής κουλτούρας. Ταυτόχρονα, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τη δυνατότητα των δημοκρατιών να παράγουν συλλογική εκπροσώπηση σε μια εποχή κατά την οποία οι ηγέτες συγκεντρώνουν μεγαλύτερη προσοχή από τις οργανώσεις που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Η ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία, σε συνδυασμό με τις ανακατατάξεις που βρίσκονται σε εξέλιξη στη Νέα Αριστερά και στον ΣΥΡΙΖΑ, προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράθυρο παρατήρησης αυτής της ιστορικής μετάβασης. Το διακύβευμα υπερβαίνει τις εκλογικές επιδόσεις των νέων κομμάτων ή την τύχη των υφιστάμενων οργανισμών. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η πολιτική εκπροσώπηση στις σύγχρονες δημοκρατίες, σε μια εποχή κατά την οποία τα πρόσωπα φαίνεται να συγκεντρώνουν περισσότερη εμπιστοσύνη από τους θεσμούς και οι πολιτικές ταυτότητες μεταβάλλονται με ταχύτητα που θα φάνταζε αδιανόητη πριν από λίγες δεκαετίες.