Μεταναστευτικό και πολιτική ακινησία

Η τραγωδία στη Χίο, οι δύο λαϊκισμοί και η απουσία ενός ελληνικού δόγματος

Μεταναστευτικό και πολιτική ακινησία
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ/EUROKINISSI

Η πρόσφατη θαλάσσια τραγωδία ανοιχτά της Χίου, με δεκαπέντε νεκρούς μετά από σύγκρουση σκάφους μεταναστών με πλοίο του Λιμενικού κατά τη διάρκεια καταδίωξης, επανέφερε με τον πιο ωμό τρόπο ένα γνώριμο μοτίβο. Πριν ακόμη αποσαφηνιστούν πλήρως οι συνθήκες του δυστυχήματος, ο δημόσιος διάλογος μετατράπηκε σε πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης. Οι νεκροί συμβολοποιήθηκαν σε εκατέρωθεν επιχειρήματα, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να υποχωρήσει μπροστά σε οπτικές και αφηγήσεις.

Από τα αριστερά, ακούστηκε πως το Λιμενικό «σκοτώνει και πνίγει μετανάστες», ότι εφαρμόζει συστηματικά επαναπροωθήσεις με πολιτική εντολή και ότι το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί ακόμη μία απόδειξη κρατικής βαρβαρότητας. Σε αρκετές παρεμβάσεις, η ευθύνη αποδόθηκε συλλογικά στο κράτος και στην κυβέρνηση, με την υπόθεση της πρόθεσης να προηγείται της διερεύνησης των γεγονότων. Η τραγωδία εντάχθηκε αυτομάτως σε ένα ευρύτερο αφήγημα περί θεσμικής απανθρωπιάς, όπου κάθε επιχειρησιακό λάθος, κάθε ατύχημα και κάθε θάνατος ερμηνεύονται ως αναπόσπαστα στοιχεία μιας ενιαίας πολιτικής επιλογής.

Από την άλλη πλευρά, η ακροδεξιά ρητορική κινήθηκε σε εντελώς διαφορετική αλλά εξίσου απλουστευτική κατεύθυνση. Το συμβάν παρουσιάστηκε ως ακόμη ένα επεισόδιο μιας υποτιθέμενης «εισβολής» και «αντικατάστασης πληθυσμών», με δηλώσεις που έφτασαν μέχρι το σημείο να προτείνουν τη χρήση θανατηφόρας βίας απέναντι σε όποιον επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα. Οι νεκροί δεν λειτουργούν ως θύματα αλλά ως παράπλευρες απώλειες ενός φαντασιακού πολέμου, στον οποίο η Ελλάδα εμφανίζεται ως πολιορκημένο φρούριο.

Ανάμεσα σε αυτές τις ακρότητες, η ελληνική κυβέρνηση υπερασπίστηκε το Λιμενικό, τονίζοντας ότι πρόκειται για ένα τραγικό δυστύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια επιχείρησης αποτροπής παράνομης εισόδου, υπογραμμίζοντας ότι τα στελέχη επιχειρούν καθημερινά σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και ότι προτεραιότητά τους παραμένει η διάσωση ανθρώπινων ζωών. Παράλληλα, δεσμεύθηκε για διερεύνηση του περιστατικού, απορρίπτοντας τις κατηγορίες περί σκόπιμης πρόκλησης θανάτων.

Από τη Χίο στον αέναο κύκλο πόλωσης

Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι κάθε τέτοιο γεγονός αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αφορμή πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντί να προηγηθεί μια ψύχραιμη επιχειρησιακή αποτίμηση, με σαφή διαχωρισμό ανάμεσα σε ατύχημα, λάθος χειρισμό, αμέλεια ή δόλο, το συμβάν μετατρέπεται ακαριαία σε ηθικό ή εθνικό σύμβολο. Έτσι, η συζήτηση εγκαταλείπει το πεδίο της δημόσιας διοίκησης και μεταφέρεται σε εκείνο της ιδεολογικής ταυτότητας.

Σε ένα ώριμο κράτος, ένα ναυτικό δυστύχημα τέτοιας σοβαρότητας θα ενεργοποιούσε αυτομάτως έναν θεσμικό μηχανισμό διερεύνησης, με διαφανείς διαδικασίες, δημοσιοποίηση πορισμάτων και σαφές χρονοδιάγραμμα. Αυτό δεν αφορά επικοινωνιακή διαχείριση αλλά τη θεμελιώδη ανάγκη να προστατεύεται τόσο η ανθρώπινη ζωή όσο και το ίδιο το προσωπικό που επιχειρεί στα σύνορα. Όταν δεν υπάρχει συστηματική τεκμηρίωση και ανεξάρτητος έλεγχος, δημιουργείται κενό εμπιστοσύνης, μέσα στο οποίο εμφιλοχωρούν οι γενικεύσεις, οι υποθέσεις προθέσεων και οι θεωρίες περί οργανωμένων εγκλημάτων.

Ταυτόχρονα, η ελληνική δημόσια συζήτηση παραμένει εγκλωβισμένη στο ερώτημα της εισόδου. Ποιος μπαίνει, από πού και με ποιον τρόπο. Σχεδόν ποτέ δεν συζητείται με την ίδια ένταση το ζήτημα της εξόδου. Κι όμως, εκεί καθορίζεται ο πραγματικός όγκος των ροών. Όσο η εξέταση ασύλου διαρκεί μήνες ή και χρόνια και όσο οι απορρίψεις δεν συνοδεύονται από άμεσες επιστροφές, διαμορφώνεται ένα σαφές μήνυμα προς τα δίκτυα διακίνησης: υπάρχει πιθανότητα παραμονής. Αυτό αρκεί για να συνεχίζεται ο κύκλος.

Η ταχύτητα των διαδικασιών αποκτά ανθρωπιστική διάσταση. Η γρήγορη διάκριση ανάμεσα σε όσους δικαιούνται διεθνή προστασία και σε όσους δεν τη δικαιούνται σημαίνει λιγότεροι άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε δομές, λιγότερη παρανομία και μικρότερη κοινωνική ένταση. Χωρίς αυτήν, καμία ενίσχυση της φύλαξης δεν μπορεί να αποδώσει μακροπρόθεσμα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάγκη για ελεγχόμενη νόμιμη μετανάστευση. Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει συγκεκριμένες ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε τομείς όπως η γεωργία, ο τουρισμός και η φροντίδα ηλικιωμένων. Διαφανή, χρονικά περιορισμένα προγράμματα εργασίας, με συμβάσεις και επιστροφή στη χώρα προέλευσης, περιορίζουν τη μαύρη εργασία, αποδυναμώνουν τα κυκλώματα και αφαιρούν έδαφος από τα αφηγήματα περί ανεξέλεγκτης δημογραφικής αλλοίωσης.

Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή. Η Ελλάδα παραμένει χώρα πρώτης εισόδου. Αν αυτό δεν μεταφράζεται σε υποχρεωτική ανακατανομή αιτούντων άσυλο, σε κοινή πολιτική επιστροφών και σε μόνιμη χρηματοδότηση υποδομών και προσωπικού, τότε το βάρος παραμένει εθνικό ενώ το πρόβλημα παρουσιάζεται ως ευρωπαϊκό μόνο σε επίπεδο δηλώσεων.

Το πολιτικό υπόστρωμα της αδράνειας

Εδώ προκύπτει το πιο άβολο ερώτημα. Αν οι βασικοί άξονες μιας λύσης είναι γνωστοί, γιατί δεν εφαρμόζονται με συνέπεια;

Η απάντηση βρίσκεται στα κίνητρα. Τα άκρα αντλούν πολιτικό κεφάλαιο από τη διαρκή κρίση. Η αριστερή καταγγελία χρειάζεται εικόνες δυστυχίας για να στηρίζει την αφήγηση της κυβερνητικής απανθρωπιάς. Η ακροδεξιά ρητορική χρειάζεται εικόνες αφίξεων για να συντηρεί το αφήγημα της υπαρξιακής απειλής. Και οι δύο πλευρές ευνοούνται από την ένταση. Μια λειτουργική πολιτική, με μειωμένες ροές και αξιόπιστες επιστροφές, αποδυναμώνει και τα δύο εξίσου.

Το πολιτικό κέντρο αντιμετωπίζει διαφορετικό δίλημμα. Η πλήρης εφαρμογή ενός αυστηρού αλλά θεσμικού πλαισίου συνεπάγεται άμεσο κόστος: διεθνή κριτική, νομικές προσφυγές, πίεση από μέσα ενημέρωσης, εσωτερικές αντιδράσεις. Το όφελος εμφανίζεται σε βάθος χρόνου και δύσκολα αποτυπώνεται στον εκλογικό κύκλο. Έτσι κυριαρχεί η λογική της διαχείρισης αντί της επίλυσης.

Σε αυτό προστίθεται και η αδράνεια της διοίκησης. Πολύπλοκες διαδικασίες σημαίνουν περισσότερες αρμοδιότητες και λιγότερη αξιολόγηση αποτελέσματος. Η καθυστέρηση γίνεται τρόπος λειτουργίας. Κανείς δεν επιβραβεύεται επειδή μια αίτηση ασύλου ολοκληρώθηκε σε τριάντα ημέρες, κανείς δεν υφίσταται συνέπειες όταν διαρκεί ενάμιση χρόνο.

Οι μόνοι σταθερά ωφελημένοι παραμένουν τα δίκτυα διακίνησης. Δεν τους απασχολεί το ιδεολογικό πρόσημο της δημόσιας συζήτησης. Τους αρκεί η πιθανότητα παραμονής.

Η τραγωδία της Χίου, όπως και τόσες προηγούμενες, φωτίζει με σκληρό τρόπο αυτό το αδιέξοδο. Το μεταναστευτικό αποτυγχάνει όχι επειδή αγνοούμε τι χρειάζεται να γίνει αλλά επειδή πολλοί δρώντες έχουν προσαρμοστεί στη μη λύση.

Η έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο προϋποθέτει ένα ελάχιστο πακέτο καθαρών επιλογών: πλήρη επιχειρησιακή διαφάνεια στα σύνορα και ανεξάρτητη διερεύνηση κάθε σοβαρού περιστατικού, εξέταση ασύλου σε εβδομάδες, μαζικές επιστροφές όσων δεν δικαιούνται προστασία με ευρωπαϊκή στήριξη, δημιουργία νόμιμων καναλιών εργασιακής μετανάστευσης για συγκεκριμένες ανάγκες και συστηματική απαίτηση από τους ευρωπαίους εταίρους για πραγματική ανάληψη βάρους.

Χωρίς αυτά, κάθε νέα απώλεια ζωής θα συνεχίσει να γίνεται πρώτη ύλη για ιδεολογική αντιπαράθεση. Με αυτά, το μεταναστευτικό μπορεί να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει: στο πεδίο της πολιτικής ευθύνης και της αποτελεσματικής διοίκησης. Η επιλογή παραμένει ανοιχτή. Και το κόστος της αναβολής μετριέται ήδη σε ανθρώπινες ζωές.

Χίος: «Ανασύραμε 12 πτώματα, τα πρόσωπα ήταν παραμορφωμένα» λέει δύτης που βοήθησε στις έρευνες (VIDEO)