Από την ψηφιακή γραφειοκρατία, στη διοικητική αναμόρφωση

Οι παρεμβάσεις Χατζηδάκη ως στοίχημα διοικητικού μετασχηματισμού και όχι απλώς ψηφιακού εκσυγχρονισμού.

Από την ψηφιακή γραφειοκρατία, στη διοικητική αναμόρφωση

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Κωστή Χατζηδάκη για τη μείωση της γραφειοκρατίας παρουσιάστηκαν ως ένα πακέτο πρακτικών διευκολύνσεων, όμως στην πραγματικότητα αγγίζουν κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη σχέση του με τον πολίτη. Η αντικατάσταση πιστοποιητικών με υπεύθυνες δηλώσεις, η ψηφιακή παρακολούθηση της πορείας των αιτήσεων, οι υπηρεσίες μίας στάσης μέσω πιστοποιημένων επαγγελματιών και η θεσμοθέτηση μηχανισμών ακεραιότητας δεν συνιστούν απλώς τεχνικές βελτιώσεις. Συγκροτούν μια απόπειρα μετατόπισης από μια διοίκηση που οργανώνεται γύρω από έγγραφα και αρμοδιότητες προς μια διοίκηση που επιχειρεί να οργανωθεί γύρω από ροές υπηρεσιών.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν οι επιμέρους ρυθμίσεις είναι ορθές, κάτι που σε μεγάλο βαθμό ισχύει. Το ουσιαστικότερο είναι αν μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για έναν ευρύτερο διοικητικό μετασχηματισμό ή αν θα απορροφηθούν από την αδράνεια ενός συστήματος που ιστορικά έχει μεγάλη ικανότητα να ενσωματώνει τις αλλαγές χωρίς να αλλάζει πραγματικά.

Στον πυρήνα των παρεμβάσεων βρίσκεται η αποφόρτιση του πολίτη από τον ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ δημόσιων υπηρεσιών. Όταν το Δημόσιο παύει να ζητά πληροφορίες που ήδη διαθέτει και αναλαμβάνει το ίδιο τη διακίνηση των δεδομένων, αμφισβητείται μια βαθιά ριζωμένη διοικητική πρακτική δεκαετιών. Η λεγόμενη «αρχή της μίας φοράς», σύμφωνα με την οποία κάθε πληροφορία παρέχεται στο κράτος μόνο μία φορά και στη συνέχεια επαναχρησιμοποιείται εσωτερικά, αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένη καλή πρακτική. Σε χώρες όπως η Εσθονία και το Βέλγιο έχει οδηγήσει σε αισθητή μείωση του διοικητικού φόρτου, σε ταχύτερη εξυπηρέτηση και σε εξοικονόμηση πόρων.

Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, η εισαγωγή αυτής της λογικής αποκτά ιδιαίτερο βάρος, επειδή έρχεται να συγκρουστεί με έναν διοικητικό πολιτισμό που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα από τον κατακερματισμό της πληροφορίας και τη θεσμική καχυποψία. Η ψηφιακή παρακολούθηση των αιτήσεων, με σαφή ένδειξη του σταδίου επεξεργασίας και του υπεύθυνου υπαλλήλου, εισάγει στοιχεία καθημερινής λογοδοσίας που μέχρι πρόσφατα απουσίαζαν. Παράλληλα, η ανάθεση σύνθετων διαδικασιών σε πιστοποιημένους επαγγελματίες, κατά το πρότυπο που εφαρμόστηκε στον ΕΦΚΑ, περιορίζει τις επαφές του πολίτη με πολλαπλά γκισέ και μεταφέρει μέρος της πολυπλοκότητας μακριά από τον τελικό χρήστη. Η θεσμοθέτηση Συμβούλου Ακεραιότητας και οργανωμένων καναλιών καταγγελιών προσθέτει ένα επίπεδο εσωτερικού ελέγχου, επιχειρώντας να ενσωματώσει τη διαφάνεια στην ίδια τη λειτουργία των διαδικασιών.

Από τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό στον διοικητικό μετασχηματισμό

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις αποδίδουν μόνο όταν εντάσσονται σε μια συνολική λογική ανασχεδιασμού. Στην Εσθονία, η δημόσια διοίκηση οργανώθηκε γύρω από διαλειτουργικές βάσεις δεδομένων και ένα ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης, όπου κάθε πρόσβαση σε προσωπικά στοιχεία καταγράφεται και μπορεί να ελεγχθεί. Το αποτέλεσμα ήταν μια διοικητική αρχιτεκτονική που στηρίζεται στη διαφάνεια της πληροφορίας και στην εμπιστοσύνη ως λειτουργική προϋπόθεση. Στο Βέλγιο, με τη σύνθετη πολυεπίπεδη κρατική του δομή, η εφαρμογή της αρχής της μίας φοράς ξεκίνησε κυρίως από τις επιχειρήσεις μέσω κεντρικών μητρώων και υπηρεσιών μίας στάσης, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και σε διοικητικά «βαριά» συστήματα ο ανασχεδιασμός των ροών μπορεί να αποδώσει, εφόσον προηγείται της τεχνολογίας.

Οι πρακτικές αυτές εδράζονται σε τρία συμπληρωματικά ρεύματα της σύγχρονης διοικητικής σκέψης. Πρώτον, στη Διακυβέρνηση της Ψηφιακής Εποχής, που δίνει έμφαση στην επανένωση κατακερματισμένων λειτουργιών, στη μετάβαση από την χαρτοβασιλεία στις ψηφιακές ροές και στη σχεδίαση υπηρεσιών με αφετηρία τον χρήστη. Δεύτερον, στη Λιτή Διοίκηση στον δημόσιο τομέα, όπου ως «σπατάλη» νοούνται οι περιττές μετακινήσεις, οι επαναλαμβανόμενες αιτήσεις και τα αχρείαστα στάδια έγκρισης, στοιχεία που το ελληνικό νομοσχέδιο επιχειρεί να περιορίσει μέσω της επαναχρησιμοποίησης δεδομένων και της απλοποίησης διαδικασιών. Τρίτον, στη Λογική Κυριαρχίας της Υπηρεσίας, μια προσέγγιση που αντιμετωπίζει το κράτος ως πάροχο αξίας και τον πολίτη ως συμμέτοχο στη δημιουργία της, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από την παραγωγή εγγράφων στην εμπειρία εξυπηρέτησης.

Σε επίπεδο πολιτικής οικονομίας, οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πιέσεων. Η ανάγκη βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η απαίτηση για αποτελεσματική αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και οι διεθνείς συγκρίσεις γύρω από το διοικητικό βάρος προσδίδουν στις μεταρρυθμίσεις και οικονομική διάσταση. Οι δείκτες που αποτυπώνουν τον χρόνο ίδρυσης επιχειρήσεων, τη διάρκεια αδειοδοτήσεων ή τη διαφάνεια των διαδικασιών επηρεάζουν άμεσα επενδυτικές αποφάσεις και την καθημερινότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες συχνά λειτουργούν ως ο πιο αξιόπιστος δείκτης διοικητικής αποτελεσματικότητας.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η βασική πρόκληση για την ελληνική περίπτωση. Στο παρελθόν, πολλές προσπάθειες εκσυγχρονισμού εξαντλήθηκαν στη μεταφορά υφιστάμενων εντύπων σε ψηφιακή μορφή, αφήνοντας ανέπαφες τις εσωτερικές διαδρομές και τις επικαλύψεις αρμοδιοτήτων. Η σημερινή προσέγγιση δείχνει πιο φιλόδοξη, καθώς επιχειρεί να αγγίξει τον πυρήνα των διαδικασιών, με την τεχνολογία να λειτουργεί ως καταλύτης οργανωτικής αναδιάρθρωσης και με τη λογοδοσία να ενσωματώνεται εξαρχής στον σχεδιασμό. Το αν αυτή η φιλοδοξία θα ευοδωθεί εξαρτάται λιγότερο από τις ίδιες τις ψηφιακές πλατφόρμες και περισσότερο από τη διοικητική κουλτούρα που θα τις πλαισιώσει.

Η διαλειτουργικότητα προϋποθέτει αξιόπιστα δεδομένα, επαρκή κυβερνοασφάλεια και ουσιαστική συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες μίας στάσης απαιτούν επαγγελματική επάρκεια και σαφή πλαίσια εποπτείας. Ο Σύμβουλος Ακεραιότητας χρειάζεται πραγματική ανεξαρτησία για να αποφευχθεί η τυπική συμμόρφωση χωρίς πρακτικό αντίκρισμα. Χωρίς αυτά, ακόμη και οι πιο καλοσχεδιασμένες μεταρρυθμίσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αποσπασματικές βελτιώσεις.

Παρά τις επιφυλάξεις, η κατεύθυνση είναι σαφής. Η δημόσια διοίκηση αρχίζει να προσεγγίζεται ως σύστημα υπηρεσιών που οφείλει να λειτουργεί με συνέχεια, προβλεψιμότητα και διαφάνεια. Αν η εφαρμογή των μέτρων συνοδευτεί από συστηματική εκπαίδευση προσωπικού, αξιολόγηση αποτελεσμάτων και πολιτική επιμονή, υπάρχει η δυνατότητα σταδιακής σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Το πραγματικό διακύβευμα υπερβαίνει τη μείωση μερικών δικαιολογητικών ή τη συντόμευση ορισμένων προθεσμιών. Αφορά τη μετάβαση σε ένα διοικητικό υπόδειγμα όπου η πληροφορία κυκλοφορεί εσωτερικά, οι διαδικασίες είναι ορατές και ο πολίτης αλληλεπιδρά με ένα κράτος οργανωμένο γύρω από τις ανάγκες του. Υπό αυτή την έννοια, οι παρεμβάσεις Χατζηδάκη μπορούν να ιδωθούν ως μια δοκιμασία ωριμότητας για το ελληνικό κράτος, ένα πρώτο συνεκτικό βήμα προς μια διοίκηση που κρίνεται από την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρει και όχι από τον αριθμό των σφραγίδων που παράγει.

Με αιχμή την καθημερινότητα άνοιξε ο προσυνεδριακος διάλογος στη ΝΔ