Κοινωνική διαμαρτυρία στην Ελλάδα: Γιατί αποτυγχάνει;
Από την τραγωδία των Τεμπών στη Σερβία: Οι ιστορικές και δομικές αιτίες της συλλογικής παθητικότητας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία
Πολύς ο προβληματισμός για τη διαφορά της πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης μετά την τραγωδία στα Τέμπη, σε σύγκριση με εκείνη στη Σερβία, μετά την κατάρρευση ενός στεγάστρου στο ΝόβιΣαντ. Πολλοί διερωτήθηκαν γιατί το ελληνικό μαζικό κίνημα δεν κατάφερε να παράξει χειροπιαστό πολιτικό αποτέλεσμα, όπως επέτυχαν οι γείτονες με τη «Λίστα των Φοιτητών». Η κοινωνική διαμαρτυρία στην Ελλάδα φαίνεται πως προσκρούει σε βαθύτερα δομικά εμπόδια.
Για καλή μας τύχη δεν ακούσαμε πάλι τον ισχυρισμό ότι για όλα ευθύνεται ο Διαφωτισμός· η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από παθητικότητα, σε αντίθεση με την υπόλοιπη γειτονιά μας, που επίσης δεν… διαφωτίστηκε. Επιτυχημένες κινητοποιήσεις κατά της διαφθοράς έχουμε δει εκτεταμένες και στη Βουλγαρία, και στη Ρουμανία, και στην Τουρκία, και φυσικά στην Αλβανία. Αντιθέτως, παρά τα γνωστά τοις πάσι ανάλογα φαινόμενα στη χώρα μας, η κοινωνική αντίδραση εδώ είναι ασήμαντη. Γιατί;
Το μετεμφυλιακό καθεστώς εχθρευόταν κάθε αυτοοργάνωση, καθώς την θεωρούσε δυνητικό παράγοντα ανατροπής. Έτσι αναπροσάρμοσε τον πατροπαράδοτο τον αρχέγονο πελατειασμό και ταυτόχρονα ενθάρρυνε τον κατακερματισμό της κοινωνίας, παρακάμπτοντας τις τάξεις και ενισχύοντας ομάδες συμφερόντων· ομάδες που έκτοτε στρέφονται η μία εναντίον της άλλης. Η τακτική αυτή συνεχίστηκε στη Μεταπολίτευση, διότι θεωρήθηκε χρήσιμη για τους εκάστοτε κυβερνώντες· θα μπορούσαν με άνεση να αποδίδουν τα όποια προβλήματα διακυβέρνησης σε εγωιστικές ομάδες του πληθυσμού και όχι στη δική τους ανεπάρκεια. Η μνημονιακή περίοδος απαξίωσε τους περισσότερους συλλογικούς αγώνες· οι πάντες διαπίστωσαν πως όσο και αν προσπαθούσαν, οι αποφάσεις θα λαμβάνονταν στις Βρυξέλλες ή μακρύτερα. Παράλληλα, την ίδια περίοδο καταργήθηκαν και τα τελευταία -μάλλον καταχρηστικά- νομικά εργαλεία ισχυροποίησης του συνδικαλισμού.
Σταδιακά, η ελληνική κοινωνία στράφηκε εκ νέου σε παραδοσιακές μορφές αλληλεγγύης: στο στενό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Ωστόσο η αστικοποίηση, η επαγγελματική αβεβαιότητα και η αποδυνάμωση των αυτοαπασχολούμενων έχουν υπονομεύσει και αυτούς τους δεσμούς. Δύσκολα διατηρείς επαφή με σόι διεσπαρμένο στην ελληνική επικράτεια. Δύσκολα συνδέεσαι με συναδέλφους, όταν αλλάζεις δουλειά κάθε λίγα χρόνια. Δύσκολα ταυτίζεσαι με μία γειτονιά όταν το μαγαζί ή το γραφείο σου βρίσκεται πάντα στο όριο της βιωσιμότητας. Την ίδια τύχη ακολούθησαν και τα κάθε λογής σωματεία, όπου πλέον συναθροίζονται μόνο λιγοστοί ηλικιωμένοι. Στα χρόνια του άκρατου ηθικού σχετικισμού, οι ταυτοτικοί διαχωρισμοί και η μαζική (ειδικά για τη Gen Z) ψηφιοποίηση αποτελούν απλώς την ταφόπλακα όσων μας συνέδεαν επί αιώνες, αν όχι χιλιετίες.
Μετά από όλα αυτά, τολμώ να πω ότι τον σύγχρονο Έλληνα χαρακτηρίζει η έλλειψη ενός προσόντος εντελώς απαραίτητου για τη συλλογική δράση: της ακεραιότητας. Ο Έλληνας αδυνατεί να στέκεται ακέραιος απέναντι στο κράτος διότι βρίσκεται σε σχέση συναλλαγής μαζί του, άμεσα ή έμμεσα. Συναλλάσσεται καθημερινά με τον «Μεγάλο Πατερούλη». Τούτο το στοιχείο μολύνει κάθε πτυχή της ζωής και της προσωπικότητάς του. Δηλαδή δεν ευθύνονται αποκλειστικά ο κατάπτυστος σταθμάρχης και η προσωπικότητα της Μαρίας Καρυστιανού για την υποχώρηση του κινήματος των Τεμπών. Ομολογουμένως η πατροπαράδοτη σχέση συναλλαγής βρίσκεται σε φάση υποχώρησης, καθώς το κράτος πλέον απαιτεί σκανδιναβική πειθαρχία δίχως να προσφέρει σκανδιναβικές κοινωνικές υπηρεσίες, ή έστω οθωμανική εύνοια.
Συνεπώς, το ρουσφέτι σιγά-σιγά χάνεται. Περιορίζεται στα υψηλότερα κλιμάκια, ευνοώντας μόνο τα πολύ μεγάλα συμφέροντα. Πάντως το κράτος δεν θέλει να απεμπολήσει τον ρυθμιστικό του ρόλο μεταξύ των απλών πολιτών. Για να τον διατηρήσει, υποδαυλίζει την κάθε λογής διχόνοια, ώστε κατόπιν να εμφανίζεται ως γεφυροποιός. Εν έτει 2026, τις τακτικές του στηρίζει σε φιλελεύθερα στερεότυπα της δεκαετίας του ’80, όταν πράγματι η χώρα υπέφερε από τις υπερβολές του κρατισμού και των «κεκτημένων δικαιωμάτων».
Έτσι κατά καιρούς ακούμε για σαφάρι κατά της φοροδιαφυγής, ασχέτως αν η μικρή φοροδιαφυγή τελικά δαπανάται στην εσωτερική αγορά. Ακούμε φιλιππικούς κατά των αυθαιρέτων, παρά το γεγονός ότι προέκυψαν λόγω πολυετούς κρατικής ανοχής και ότι κάποτε αποτελούσαν τον μόνο τρόπο οικιστικής ανάπτυξης. Ακούμε μύδρους κατά όσων αγροτών, συνταξιούχων, δημοσίων υπαλλήλων και φοιτητών διεκδικούν βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, με το επιχείρημα ότι μόνο ζητούν και δεν προσφέρουν. Ακούμε κατηγορίες κατά των εργαζομένων στα ορυχεία της ΔΕΗ, αν και πληρώναμε φθηνότερο ρεύμα όταν αυτοί χρυσοπληρώνονταν. Ακούμε τα μύρια όσα για τους ναυτεργάτες, παραβλέποντας ότι οι καθυστερήσεις στο Αιγαίο κατά κανόνα οφείλονται σε άπληστους πλοιοκτήτες. Ακούμε πολλά για τις ρεμούλες στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όμως ελάχιστα για τις αθέμιτες δραστηριότητες των σούπερ μάρκετ και γενικά των ισχυρών ομίλων ως προς την τιμολόγηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών.
Όλοι εναντίον όλων λοιπόν. Το στοργικό ελληνικό κράτος έρχεται να τιθασεύσει τα κακομαθημένα Ελληνάκια, με επίφαση κατανόησης. Έπειτα ο κύκλος ξαναρχίζει, με τους μεγάλους να βρίσκονται πάντα στο απυρόβλητο. Κι όσο για τους πολλούς, αυτοί παραιτούνται από κάθε προσδοκία.
Εκτός κάποιου πραγματικά τραγικού γεγονότος, όπως μία εθνική καταστροφή, η ελληνική κοινωνία δεν πρόκειται να διεκδικήσει λογοδοσία του κράτους. Τουλάχιστον η σημερινή Ελλάδα, η Ελλάδα των… κανονικών Ελλήνων. Η Ελλάδα των μεταναστών, που όλο και θα μεγεθύνεται σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, ίσως λειτουργήσει διαφορετικά. Οι νεοφερμένοι δεν έχουν πέσει θύματα των παραδοσιακών εξουσιαστικών τεχνασμάτων, ενώ διατηρούν νοοτροπίες και παραδόσεις που συχνά ευνοούν τη συλλογική δράση. Τουλάχιστον δεν ζουν υπό την παιδική ψευδαίσθηση ότι μέσα στον κρατικό μηχανισμό υπάρχουν κάποιοι που ακούν τα παράπονα και θα μεσολαβήσουν. Κάποια στιγμή στο μέλλον, οι εν λόγω κοινωνικές ομάδες θα απαιτήσουν ριζικές θεσμικές αλλαγές.
Δυστυχώς ως τότε, οι σημερινοί πενηντάρηδες πιθανότατα δεν θα ζούμε, τα δε παιδιά μας θα έχουν ξενιτευτεί.