Από το «Μίσος» στο «Athena», η Γαλλία βλέπει ξανά το ίδιο έργο
Το άβολο είναι ότι ανάμεσα στις δύο ταινίες πέρασε αρκετός χρόνος για να μεγαλώσει μια ολόκληρη γενιά.
Βλέποντας τις εικόνες από τη Γαλλία, με τις φωτιές στους δρόμους, τις συγκρούσεις με την αστυνομία και τις κατεστραμμένες περιουσίες, υπάρχει κάτι εξίσου ανησυχητικό και είναι η αίσθηση ότι έχουμε ξαναβρεθεί εδώ και ότι, μόλις περάσουν μερικές βδομάδες, θα αρχίσουμε πάλι να απομακρυνόμαστε από το ερώτημα πώς φτάσαμε ως εδώ.
Μέσα σε αυτή την εικόνα, η σκέψη πηγαίνει σχεδόν αναπόφευκτα στο «Μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς και στο «Athena» του Ρομάν Γαβρά. Δύο πασίγνωστες ταινίες που απέχουν σχεδόν τρεις δεκαετίες, αλλά μας αφήνουν με μια παρόμοια ανησυχία για το τι συμβαίνει όταν η απόσταση ανάμεσα σε μια κοινωνία και σε ένα κομμάτι των ανθρώπων της μεγαλώνει τόσο.
Γιατί όταν πρωτοείδα το «Athena» του Ρομάν Γαβρά, ένιωσα αυτή τη γροθιά στο στομάχι που σου αφήνει μια ιστορία όταν καταλαβαίνεις ότι, όσο ακραία κι αν μοιάζει, δεν είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητα. Η ταινία, που κυκλοφόρησε το 2022, ακολουθεί μια οικογένεια γαλλοαλγερινής καταγωγής μετά τον θάνατο του μικρότερου αδελφού, του 13χρονου Ιντίρ, από μια επίθεση που αρχικά αποδίδεται σε αστυνομικούς. Ο Καρίμ βγαίνει μπροστά στην εξέγερση των νέων της γειτονιάς, ενώ ο αδελφός του, ο Αμπντέλ, που υπηρετεί στον γαλλικό στρατό, προσπαθεί στην αρχή να συγκρατήσει την κατάσταση, μέχρι που το πένθος και η οργή παρασύρουν τα πάντα. Χωρίς να αποκαλύψω την ανατροπή του τέλους, αυτό που μου έμεινε ήταν η αίσθηση μιας κοινωνίας έτοιμης να εκραγεί, όπου η δυσπιστία ανάμεσα στους κατοίκους και στην αστυνομία έχει γίνει τόσο βαθιά, ώστε κάθε προσπάθεια συνεννόησης μοιάζει καταδικασμένη. Και ύστερα, τον Ιούνιο του 2023, ήρθε ο θάνατος του 17χρονου Ναέλ Μερζούκ από πυροβολισμό αστυνομικού και οι ταραχές που ακολούθησαν στη Γαλλία, κάνοντας τις εικόνες της ταινίας πραγματικότητα. Ο Ναέλ ήταν Γάλλος πολίτης με αλγερινές και μαροκινές ρίζες, μια λεπτομέρεια που έχει σημασία όταν μιλάμε διαρκώς για «μετανάστες», ακόμη κι όταν αναφερόμαστε στα παιδιά της ίδιας της χώρας. Κάπως έτσι, αυτό που είχα παρακολουθήσει στην οθόνη επέστρεψε μέσα από τις ειδήσεις, αφήνοντάς μου το ερώτημα πόσες φορές χρειάζεται να δούμε μια κοινωνία να φτάνει στην έκρηξη μέχρι να ασχοληθούμε σοβαρά με όσα προηγήθηκαν.
Το άβολο είναι ότι ανάμεσα στις δύο ταινίες πέρασε αρκετός χρόνος για να μεγαλώσει μια ολόκληρη γενιά.
Στο ασπρόμαυρο «Μίσος», το 1995, ο Κασοβίτς ακολουθεί τον Βινς, τον Ουμπέρ και τον Σαΐντ για ένα εικοσιτετράωρο, στον απόηχο ταραχών και ενός περιστατικού αστυνομικής βίας. Η δύναμη της ταινίας βρίσκεται στον χρόνο που περνά χωρίς να συμβαίνει κάτι φοβερό αλλά και στις κουβέντες, στις άσκοπες διαδρομές, στην πλήξη, στην ανάγκη των ηρώων να αποδείξουν ότι υπάρχουν και ότι αξίζουν περισσότερο από το βλέμμα με το οποίο τους αντιμετωπίζουν.
Στο «Μίσος», πάλι, με συγκλόνισαν οι ερμηνείες, το πόσο καλοσκηνοθετημένο ήταν, ακόμη και τα outfits με τα iconic streetwear brands, που έμοιαζαν απόλυτα φυσικά πάνω στους χαρακτήρες. Με άγγιξε η ομορφιά που υπήρχε μέσα σε αυτό που οι απέξω αποκαλούν γκέτο, γιατί για τους ανθρώπους που έμεναν εκεί ήταν το σπίτι τους, η γειτονιά τους, οι φίλοι τους, όσο τρομακτικό κι αν φαινόταν σε κάποιον που δεν είχε καμία σχέση με τη ζωή τους. Όλα έβγαζαν νόημα μέσα σε αυτόν τον κόσμο, έβλεπες το μίσος, τη βία, το περιθώριο και τον ρατσισμό, αλλά ανάμεσά τους έβλεπες και το παιδί που προσπαθούσε να σωθεί από όλα αυτά, να βγει στην επιφάνεια και να φανταστεί μια διαφορετική ζωή.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις έχουν στο επίκεντρό τους το κόστος ζωής, την εκπαίδευση και τις δημόσιες υπηρεσίες, ζητήματα που αγγίζουν ανθρώπους διαφορετικών καταβολών και δεν είναι μόνο στην Γαλλία. Στην Αλβανία, οι κινητοποιήσεις έχουν εξελιχθεί σε συγκρούσεις και αίτημα παραίτησης του Έντι Ράμα. Μια νέα γενιά που θέλει να μπορεί να φανταστεί το μέλλον της στη χώρα της, χωρίς η φυγή να μοιάζει μονόδρομος. Στην Ισπανία, η έξωση της 87χρονης Μαρικάρμεν προκάλεσε μαζικές διαμαρτυρίες, οι οποίες απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη ένταση όταν πέθανε στο νοσοκομείο, δύο εβδομάδες αργότερα.
Θα ήταν βολικό να αντιμετωπίσουμε τη Γαλλία σαν μια ιδιαίτερη περίπτωση, με μια ιδιαίτερη σχέση με τη διαμαρτυρία, και να θεωρήσουμε ότι το θέμα τελειώνει στα σύνορά της. Το ουσιαστικό ερώτημα για τη Δυτική Ευρώπη είναι πόσο πειστική παραμένει η υπόσχεση ότι η εργασία, η εκπαίδευση και η συμμετοχή στους θεσμούς μπορούν να προσφέρουν μια αξιοπρεπή ζωή και τι συμβαίνει όταν αυτή η υπόσχεση ακούγεται όλο και πιο μακρινή σε εκείνους που καλούνται να την πιστέψουν.
Η επιστροφή του Γαβρά με τη «Θυσία», που έκανε την ελληνική της πρεμιέρα αυτόν τον Οκτώβριο, δίνει μια ακόμη αφορμή για αυτή τη συζήτηση. Με αφετηρία την εισβολή μιας ομάδας σε ένα πολυτελές φιλανθρωπικό γκαλά, η νέα ταινία στρέφεται προς τη σάτιρα και τους ανθρώπους που δηλώνουν ότι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, κουβαλώντας διαφορετικές προθέσεις, βεβαιότητες και προσωπικές φιλοδοξίες.
Μέσα σε όλο αυτό το matrix που ζούμε απορώ πώς γίνεται να βλέπουμε αυτές τις ιστορίες στην οθόνη, να τις κατανοούμε, να τις συζητάμε με τους φίλους και τις οικογένειές μας και, όταν συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, να μοιάζουμε πάλι ανήμποροι να αλλάξουμε την κατάληξή τους. Αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαν να συμβούν και στη δική μας χώρα, αν μια εξέγερση θα άλλαζε κάτι ή αν θα μας οδηγούσε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο, και κάπου εκεί η κουβέντα φτάνει μέχρι τον φόβο ενός εμφυλίου, σαν να έχουμε ήδη δεχτεί ότι οι μόνες επιλογές είναι να αντέχουμε ή να συγκρουόμαστε μέχρι τέλους. Πώς γίνεται να γνωρίζουμε τόσα για όσα γεννούν την οργή και να δυσκολευόμαστε τόσο να βρούμε έναν άλλο τρόπο να αλλάξει αυτή η τάξη πραγμάτων;
Όταν σβήσουν οι φωτιές, θα έχει σημασία αν οι άνθρωποι επιστρέψουν σε μια καθημερινότητα που τους δίνει περισσότερους λόγους να την εμπιστευτούν ή αν απλώς αρχίσει ξανά η αναμονή μέχρι την επόμενη έκρηξη, γιατί πάλι μας «έδωσαν» ψίχουλα.