Η Gen Z φωνάζει, η Ευρώπη κάνει πως δεν ακούει

Μια γενιά σπούδασε, εργάστηκε και εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ζήσει αξιοπρεπώς

Η Gen Z φωνάζει, η Ευρώπη κάνει πως δεν ακούει
A street barricade burns as clashes between riot police and demonstrators continue for the second day during nationwide protests against the high cost of living in Paris, France, 18 October 2026. EPA/MOHAMMED BADRA

Μαζικές και ταραχώδεις διαδηλώσεις συγκλονίζουν ευρωπαϊκές πόλεις τις τελευταίες ημέρες, με τη νέα γενιά να διεκδικεί κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές παρόν και ένα μέλλον με προοπτική.

«Ακρίβεια», «ελλείψεις στην παιδεία», «αβέβαιο μέλλον», «υψηλό κόστος ζωής». Αυτές είναι οι λέξεις με τις οποίες αναλυτές και μέσα ενημέρωσης επιχειρούν να εξηγήσουν την οργή των νέων. Λέξεις που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, που σχεδόν έχουν χάσει το νόημά τους.

Έχει αναρωτηθεί, όμως, κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτές τις σύντομες περιγραφές; Τι σημαίνει στην πράξη να ανήκεις στη νεολαία της Ευρώπης του 2026; Και γιατί οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες μιας ολόκληρης γενιάς σαν να πρόκειται για μια ακόμη διαμαρτυρία που αργά ή γρήγορα θα ξεχαστεί;

Για να καταλάβουμε την οργή της Gen Z, δεν χρειάζεται να ανήκουμε σε αυτήν. Αρκεί μόνο να ανατρέξουμε στη διαδρομή της.

Ζήσαμε οικονομική και υγειονομική κρίση πριν καν ολοκληρώσουμε το σχολείο ή τις σπουδές μας. Είδαμε τους γονείς μας να χάνουν τη δουλειά τους, τα εισοδήματα της οικογένειας να μειώνονται και τον οικογενειακό προϋπολογισμό να πιέζεται, την ώρα που εμείς προσπαθούσαμε να προετοιμαστούμε για την εισαγωγή μας σε κάποιο πανεπιστήμιο και να σχεδιάσουμε τη ζωή μας.

Και μέσα σε όλα αυτά, έπρεπε να ανταποκριθούμε σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δυσκολευόταν να μας προετοιμάσει ουσιαστικά για όσα θα ακολουθούσαν. Η σχολική ύλη, οι εξετάσεις, η παραπαιδεία και η αγωνία της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο συνεχίζει να είναι ένας αγώνας δρόμου, με τελικό προορισμό ένα πτυχίο που υποτίθεται ότι θα μας εξασφάλιζε καλύτερες προοπτικές.

Και άντε, περάσαμε. Πού θα ήταν αυτό, όμως; Για πολλούς από εμάς, η επιλογή δεν ήταν πραγματική επιλογή. Ήταν μια εξίσωση με βάση το ενοίκιο, τα έξοδα διαβίωσης και το τι μπορούσε να αντέξει η οικογένεια. Κάποιοι δεν έφυγαν ποτέ από τον τόπο τους. Άλλοι εργάζονταν παράλληλα με τις σπουδές τους, προσπαθώντας να καλύψουν τα έξοδα μιας καθημερινότητας που γινόταν ολοένα ακριβότερη.

Και πήραμε πτυχίο. Και πήραμε και μεταπτυχιακό. Και αποκτήσαμε προσόντα, εμπειρία, δεξιότητες…

Και τι καταλάβαμε; Ότι ακόμη και μια δουλειά πλήρους απασχόλησης δεν αρκεί για να ζήσουμε αξιοπρεπώς.

Γιατί πρέπει να πληρώσεις το ενοίκιο, το ρεύμα, το νερό, τη θέρμανση και το μηνιαίο σούπερ μάρκετ. Πρέπει, όμως, να μπορείς να πας και στον οδοντίατρο όταν πονάει το δόντι σου. Να αγοράσεις ένα ζευγάρι παπούτσια όταν χαλάσουν τα παλιά. Να βγεις μια φορά με τους φίλους σου χωρίς να υπολογίζεις από πριν τι θα στερηθείς την επόμενη εβδομάδα.

Είναι πολυτέλεια;

Αυτή είναι η αντίφαση που συνοδεύει μια ολόκληρη γενιά. Υψηλότερες εκπαιδευτικές προσδοκίες, περισσότερα προσόντα και διαρκής ανάγκη για προσαρμογή, χωρίς την αντίστοιχη βεβαιότητα ότι η προσπάθεια θα οδηγήσει σε οικονομική ανεξαρτησία.

Ζητάμε πολλά, ε;

Η Ευρώπη κωφεύει

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αλβανία, η Ιταλία, το Βέλγιο και η Πορτογαλία δεν έχουν όλες την ίδια αφετηρία. Τα αιτήματα και οι πολιτικές συνθήκες διαφέρουν. Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, είναι η δυσαρέσκεια για τις συνθήκες ζωής, τις εκπαιδευτικές προοπτικές και την αδυναμία των νέων να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια.

Όταν οι καθημερινές προσπάθειες δεν αρκούν για να αλλάξουν την κατάσταση, όταν η εργασία δεν εξασφαλίζει ανεξαρτησία και οι σπουδές δεν εγγυώνται προοπτική, αποφάσισαν να φωνάξουν. Και δικαίως, θα πω εγώ.

Το θλιβερό, όμως, της κατάστασης, είναι τα απογοητευτικά αντανακλαστικά των κυβερνήσεων. Οι πολιτικές ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος της δυσαρέσκειας ούτε όταν αυτή βγαίνει στους δρόμους και διαταράσσει την καθημερινότητα.

Στη Γαλλία ο Εμμανουέλ Μακρόν στο διάγγελμά του μας είπε ότι καταλαβαίνει τους μαθητές του Λυκείου. Δηλαδή πόση ενσυναίσθηση πια βρε Μανώλη; Μας σκλαβώνεις… Αλλά την ίδια στιγμή, όμως, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί παρουσιάζονται ως εμπόδιο στην ικανοποίηση βασικών αιτημάτων τους.

Στη δε Αλβανία, ο «κορυφαίος» Έντι Ράμα απέρριψε τις εκκλήσεις για παραίτησή του, υποστηρίζοντας ότι οι διαδηλώσεις απειλούν την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Μάλιστα, πρότεινε οι φοιτητές να αναζητήσουν ψυχολογική υποστήριξη.

Δεν έχουμε τα ψυχολογικά μας γιατί δεν ξέρουμε τι μας φταίει. Ξέρουμε πολύ καλά και σίγουρα δεν θα μας βοηθήσει ο ψυχολόγος. Πόσες φορές θα ακούσουμε ότι οι νέοι έχουν δίκιο να ανησυχούν, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστικές αλλαγές στην εκπαίδευση, στη στέγαση και στις εργασιακές συνθήκες;

Νιώθω τη νοημοσύνη μου να δοκιμάζεται και μόνο στην ιδέα ότι πρέπει να εξηγούμε ξανά και ξανά τα αυτονόητα.

Η Ευρώπη, για ακόμη μία φορά, αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων. Όχι επειδή δεν διαθέτει τους θεσμούς ή τα μέσα για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις, αλλά επειδή αρνείται επιδεικτικά να μετατρέψει τις διαπιστώσεις σε πράξεις. Και όσο οι νέοι αισθάνονται ότι κανείς δεν εκπροσωπεί πραγματικά τις ανάγκες τους, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική.

Δεν μας αρκούν οι Σύνοδοι Κορυφής, οι δηλώσεις συμπαράστασης και οι συζητήσεις επί συζητήσεων. Δεν μας αρκεί να ακούμε ότι το πρόβλημα είναι σύνθετο, ότι οι αλλαγές χρειάζονται χρόνο και ότι οι δημοσιονομικές δυνατότητες είναι περιορισμένες. Τα γνωρίζουμε όλα αυτά. Τα ζούμε.

Αυτό που ζητάμε είναι να δούμε ότι οι ανάγκες μας αποτελούν προτεραιότητα και όχι μια υποσημείωση στις πολιτικές αποφάσεις.

Και ναι, κάποια στιγμή πρέπει να τεθεί και το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης. Όταν οι ηγεσίες αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών, δεν αρκεί να επικαλούνται τις δυσκολίες. Οφείλουν να λογοδοτούν, να αλλάζουν πορεία και, όταν χρειάζεται, να παραχωρούν τη θέση τους σε ανθρώπους που μπορούν να κάνουν τις πειστικές απαντήσεις, πράξεις.

Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στην κάλπη. Προϋποθέτει ότι οι πολίτες αισθάνονται πως η φωνή τους έχει σημασία και ότι η συμμετοχή τους μπορεί να φέρει αλλαγές.

Δεν ζητάμε προνόμια. Ζητάμε να μπορούμε να ζήσουμε από τη δουλειά μας, να έχουμε πρόσβαση στην εκπαίδευση, να αποκτήσουμε ένα σπίτι και να σχεδιάσουμε το μέλλον μας χωρίς να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούμε να το αντέξουμε οικονομικά.

Δεν ζητάμε από την Ευρώπη να μας χαρίσει το μέλλον. Ζητάμε να σταματήσει να μας το στερεί.

Η πιο καταρτισμένη γενιά από όλες τις προηγούμενες (ίσως και τις επόμενες) που εργάστηκε και προσπάθησε να ανταποκριθεί σε όλες τις απαιτήσεις δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται διαρκώς ως μια γενιά που απλώς πρέπει να κάνει υπομονή.

Η υπομονή τελείωσε και η προοπτική δεν υπήρξε ποτέ για εμάς. Και όταν οι νέοι σταματούν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους μέσα από τους θεσμούς, το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο δικό τους.

Είναι πρόβλημα της ίδιας της Ευρώπης.