Καρυστιανού: Από φωνή των Τεμπών, στην πολιτική υπερέκθεση

Η μετάβαση της Μαρίας Καρυστιανού από τον αγώνα για τα Τέμπη στην ενεργό πολιτική αναδεικνύει τα όρια της δημόσιας παρέμβασης και τις παγίδες της διαρκούς καταγγελίας.

Καρυστιανού: Από φωνή των Τεμπών, στην πολιτική υπερέκθεση
Πηγή φωτογραφίας: Facebook/ DownTown Magazine

Οι απόψεις της Μαρίας Καρυστιανού για το πώς θα πρέπει να διεξάγονται οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες την ξανάβαλαν στην επικαιρότητα. Η σύστασή της να πραγματοποιείται προσεκτική ψυχανάλυση των συνομιλητών μας, ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας, μάλλον βασίστηκε στις ιατρικές της γνώσεις.

Βέβαια, σε τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις γίνεται πάντα profiling των απέναντι, το οποίο μάλιστα αναλαμβάνεται από ειδικές υπηρεσίες της ΕΥΠ και του Υπουργείου Εξωτερικών, πρακτική που η κ. Καρυστιανού προφανώς αγνοεί. Ωστόσο, η δήλωση της επικεφαλής της Ελπίδας για τη Δημοκρατία προκάλεσε χλεύη στα social media.

Η κ. Καρυστιανού δεν τα πάει καλά όταν ανοίγει το στόμα της. Μιλά πολύ, μιλά επαρμένα, μιλά με άγνοια. Με ύφος πομπώδες και υπεροπτικό, υποδεικνύει με αυστηρότητα στην… αμαρτωλή άρχουσα τάξη τι πρέπει να κάνει, αναφέροντας συχνά πράγματα ήδη πραγματοποιούμενα ή απλώς ανέφικτα. Ο τρόπος της δεν της κερδίζει φίλους. Μάλλον το αντίθετο.

Η κ. Καρυστιανού έχει περάσει μία προσωπική τραγωδία. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα έκανε αν βρισκόταν στη θέση της. Τη γνωρίσαμε όταν πρωτομίλησε για τους αθώους νεκρούς, με πολλούς να εντυπωσιάζονται από το πάθος και την αμεσότητά της. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι χάρη στην ίδια το θέμα παρέμεινε στην επιφάνεια για τόσο μεγάλο διάστημα· ουσιαστικά δικό της έργο είναι το λεγόμενο Κίνημα των Τεμπών. Στην πορεία υιοθέτησε οποιαδήποτε θεωρία συνωμοσίας θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τον αγώνα της, οποιαδήποτε συλλογιστική θα επιβεβαίωνε ότι ο πρωθυπουργός και όλοι οι εμπλεκόμενοι υπουργοί είναι εγκληματίες. Παρά αρκετές –έως πολλές– άστοχες τοποθετήσεις της, έμενε στο απυρόβλητο, ως χαροκαμένη μάνα.

Η περίοδος ασυλίας της έληξε μετά τη δημιουργία του δικού της κόμματος. Πλέον κάθε δήλωσή της αξιοποιείται κατάλληλα, κυρίως από όσα αντιπολιτευτικά κόμματα συγκεντρώνουν ψήφους διαμαρτυρίας. Αν και τα mainstream media διαδίδουν τα ατοπήματά της, τη διάδοσή τους αναλαμβάνουν στρατευμένα πρόσωπα συγκεκριμένων κομμάτων.

Όπως προαναφέρθηκε, μιλώντας προκατειλημμένα και καταγγελτικά επί παντός επιστητού, η κυρία Καρυστιανού εισέρχεται σε πεδία εντελώς άγνωστα σε αυτήν, υποπίπτοντας σε αλλεπάλληλα λάθη. Ίσως, λοιπόν, θα έπρεπε να επιμείνει μόνο σε ό,τι την ανέδειξε: στον ισχυρισμό ότι η σύγχρονη Ελλάδα, ελεγχόμενη από σύσσωμο το εγχώριο πολιτικό σύστημα και τους συνοδοιπόρους του, σκοτώνει.

Το ρήμα «σκοτώνει» είναι ομολογουμένως βαρύ. Το κράτος μας δεν εκτελεί όπως οι ναζιστές και οι σταλινικοί, ούτε εξοντώνει όπως οι Βέλγοι στο Κονγκό και το ISIS στη Συρία. Σκοτώνει έμμεσα, με τρόπους σχεδόν αδιόρατους. Σκοτώνει όταν εν τοις πράγμασι ανέχεται την εγκληματικότητα. Σκοτώνει όταν αδιαφορεί για τη μόλυνση νερού και αέρα. Σκοτώνει όταν παραβλέπει κραυγαλέες κακοτεχνίες κατασκευαστών δημοσίων έργων. Σκοτώνει όταν μέρος του ιατρικού προσωπικού δεν εργάζεται σωστά. Σκοτώνει προκαλώντας άγχος στους πολίτες, εξαιτίας της κακής οικονομικής τους κατάστασης. Σκοτώνει το έθνος, μη προσφέροντας σωστή εκπαίδευση στις επόμενες γενιές. Δεν σκοτώνει εκατοντάδες χιλιάδες μαζεμένους, ούτε φυσικά σκοτώνει τους πάντες, όμως όλοι μας, ανεξαιρέτως, μπορούμε να καταλήξουμε θύματά του. Δεν έχει ακόμη κατρακυλήσει σε επίπεδο νοτιοαμερικανικής ή μετασοβιετικής δυστοπίας, μα τείνει προς τα εκεί.

Η κ. Καρυστιανού δεν έχει παρά να αναδεικνύει το εν λόγω γεγονός. Η εκστρατεία της θα έπρεπε να είναι δωρική και κατανυκτική, δίχως κλισέ συνθήματα και φαντασμαγορικές αφίσες, προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Θα μπορούσε, μάλιστα, να προσαρμόζει τις ομιλίες της στις στάσεις των περιοδειών της. Θα μπορούσε να επισημαίνει πώς ακριβώς σκοτώνει το κράτος σε κάθε περιοχή, σε κάθε γειτονιά. Ρύπανση, αυτοκινητιστικά, δολοφονίες, ανεργία, ψυχικά προβλήματα και δημογραφική συρρίκνωση παρατηρούνται παντού στη χώρα. Σίγουρα θα συγκινούσε μία ομιλία που θα ξεκινούσε με τη φράση: «Στον τόπο σας, η Ελλάδα σκοτώνει ως εξής:…».

Κατά κανόνα, οι επικοινωνιολόγοι της ΝΔ και της ΕΛΑΣ υποθέτουν ότι όσοι απορρίπτουν τα μεγαλύτερα κόμματα, τα απορρίπτουν για λόγους πολιτισμικούς. Οι πρώτοι θεωρούν ότι απέναντί τους στέκονται συντηρητικοί νατιβιστές, οι δεύτεροι αχόρταγοι καπιταλιστές. Εν μέρει ισχύει η σκέψη τους. Δεν αντιλαμβάνονται όμως ότι απέναντί τους στέκονται και όσοι πιστεύουν ότι η καθεστηκυία τάξη δρα εις βάρος τους. Ότι αργά και σταθερά, τους σκοτώνει με την ανευθυνότητα, την ανικανότητα και τη διαφθορά της. Μοναχά επιστρατεύουν τους γνωστούς περί λαϊκισμού αφορισμούς. Εγκλωβισμένοι στην αλαζονεία τους, είναι εξαιρετικά επιζήμιοι για τους εντολείς τους.

Τούτου λεχθέντος, οι κάθε απόχρωσης επαγγελματίες της πολιτικής ζωής δεν έχουν τίποτα να φοβούνται. Η κ. Καρυστιανού δεν πρόκειται να ακολουθήσει τέτοιο δρόμο, καθώς δεν ταιριάζει στον πληθωρικό χαρακτήρα της. Θα συνεχίσει να πορεύεται όπως μέχρι τώρα, επειδή αυτό επιβάλλει ο ψυχισμός της, θεωρώντας την έως τώρα πορεία της επιτυχή.

Εάν εστίαζε μόνο στην ουσία της διεκδίκησής της, ενδεχομένως θα πρόσφερε πολύτιμη υπηρεσία στον λαό· εάν ζητούσε πραγματική λογοδοσία, αξιολόγηση και ισονομία. Αντί αυτού, θα ενταχθεί και αυτή στο κλαμπ των συστηματικά αντισυστημικών, υιοθετώντας οικεία γνωρίσματα: μπόλικες κούφιες κραυγές, ετήσια επιχορήγηση, αποσπασμένους δημόσιους υπαλλήλους και αστυνομική συνοδεία. Η μακροβιότητά της εντός του κλαμπ θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να ανταγωνιστεί τους βετεράνους του χώρου.