Η γενιά της επαυξημένης πληροφόρησης γνωρίζει όλο και λιγότερα;

Τα νέα αποτελέσματα του PISA αποτυπώνουν μια βαθύτερη κρίση βασικών δεξιοτήτων, καθώς η ανάγνωση, η συγκέντρωση και η μαθησιακή αντοχή υποχωρούν σε ένα περιβάλλον διαρκούς ψηφιακής διέγερσης

Η γενιά της επαυξημένης πληροφόρησης γνωρίζει όλο και λιγότερα;
pixabay

Τα τελευταία αποτελέσματα του PISA προκαλούν ανησυχία, επειδή η υποχώρηση των μαθητικών επιδόσεων έχει πλέον τέτοια διάρκεια και γεωγραφική έκταση ώστε να μην μπορεί να αποδοθεί σε ένα πρόσκαιρο σοκ. Στο PISA 2025 η μέση επίδοση των 15χρονων στις χώρες του ΟΟΣΑ έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί στην Κατανόηση Κειμένου και στα Μαθηματικά, ενώ στις Φυσικές Επιστήμες παρατηρήθηκε σταθεροποίηση ύστερα από μακρόχρονη κάμψη.

Από το 2015 έως το 2025 χάθηκαν κατά μέσο όρο 28 μονάδες στην ανάγνωση και 22 στα Μαθηματικά, με την πρώτη απώλεια να αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περίπου σε ενάμιση σχολικό έτος. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν ληφθεί υπόψη ότι η υποχώρηση είχε αρχίσει πριν από το 2020. Η πανδημία επιβάρυνε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα και άφησε πίσω της κενά που παραμένουν ορατά, ωστόσο η πορεία των επιδόσεων δείχνει ότι οι αιτίες βρίσκονται βαθύτερα και συνδέονται με μεταβολές που είχαν ήδη συντελεστεί στον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές διαβάζουν, συγκεντρώνονται και οργανώνουν τη μελέτη τους.

Αυτή ακριβώς η χρονική συνέχεια αλλάζει και το ερώτημα που πρέπει να τεθεί. Αντί να αναζητείται μία συγκυριακή εξήγηση, χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσο το σχολείο, η οικογένεια και το ευρύτερο ψηφιακό περιβάλλον δημιουργούν πλέον συνθήκες που δυσκολεύουν τη διατήρηση της προσοχής, την εμβάθυνση και την οικοδόμηση σταθερών γνωστικών βάσεων.

Η Ελλάδα και το διευρυνόμενο έλλειμμα βασικών δεξιοτήτων

Η ελληνική εικόνα παραμένει βαρύτερη από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Στο PISA 2025 οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 434 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 482 στον ΟΟΣΑ, 424 στα Μαθηματικά έναντι 463 και 423 στην Κατανόηση Κειμένου έναντι 461, ενώ πίσω από αυτές τις αποκλίσεις κρύβεται ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα, που αφορά το ποσοστό των μαθητών οι οποίοι δεν κατακτούν το βασικό επίπεδο επάρκειας.

Περίπου το 41% βρίσκεται κάτω από το Level 2 στις Φυσικές Επιστήμες, σχεδόν το 44% στην ανάγνωση και περίπου οι μισοί στα Μαθηματικά. Η έννοια του λειτουργικού αναλφαβητισμού χρειάζεται εδώ προσεκτική χρήση, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς τους μαθητές γνωρίζουν φυσικά να διαβάζουν και να γράφουν. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν πρέπει να κατανοήσουν ένα απαιτητικότερο κείμενο, να συνδέσουν στοιχεία που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία, να χρησιμοποιήσουν μια μαθηματική έννοια σε πραγματικό πρόβλημα ή να αξιολογήσουν την εγκυρότητα ενός επιστημονικού συλλογισμού.

Η απόσταση αυτή έχει συνέπειες που ξεπερνούν τη σχολική αίθουσα, καθώς οι ελλείψεις στις βασικές δεξιότητες συχνά ακολουθούν τους μαθητές στην ανώτατη εκπαίδευση και αργότερα στην εργασία. Οι διεθνείς μετρήσεις ενηλίκων καταγράφουν ότι ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να επεξεργαστεί σύνθετες πληροφορίες ή να αξιολογήσει διαφορετικές πηγές, ακόμη και όταν έχει ολοκληρώσει πολυετή εκπαίδευση. Έτσι, η ποιότητα της μάθησης αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την απλή διάρκεια φοίτησης, καθώς ένας τίτλος σπουδών δεν εγγυάται από μόνος του ότι έχουν κατακτηθεί οι δεξιότητες που απαιτεί μια σύνθετη κοινωνία.

Όταν αλλάζει ο τρόπος ανάγνωσης, αλλάζει και η κατανόηση

Μια από τις σημαντικότερες μεταβολές που επισημαίνουν οι διεθνείς αναλύσεις αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι έρχονται πλέον σε επαφή με τον γραπτό λόγο. Οι έφηβοι διαβάζουν καθημερινά τεράστιες ποσότητες κειμένου μέσα από οθόνες, μηνύματα, αναζητήσεις και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όμως αυτή η επαφή έχει διαφορετική γνωστική δομή από την ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός μεγάλου άρθρου που απαιτεί παρακολούθηση ενός επιχειρήματος σε βάθος χρόνου.

Το ψηφιακό περιβάλλον ευνοεί συχνά τη γρήγορη μετάβαση από το ένα ερέθισμα στο άλλο, καθώς το κείμενο συνυπάρχει με εικόνες, ειδοποιήσεις, συνδέσμους και συνεχείς δυνατότητες διακοπής. Ο αναγνώστης εκπαιδεύεται έτσι να εντοπίζει γρήγορα μια πληροφορία, χωρίς να ασκείται πάντοτε στον ίδιο βαθμό στη διατήρηση μιας ενιαίας νοητικής γραμμής, η οποία είναι αναγκαία όταν πρέπει να θυμηθεί τι προηγήθηκε, να συσχετίσει έννοιες και να καταλήξει σε συμπέρασμα.

Το PISA 2025 ενισχύει αυτή την ανησυχία, καθώς καταγράφει αύξηση των μαθητών που απαντούν βιαστικά και λανθασμένα, ενώ η πτώση των επιδόσεων γίνεται εντονότερη προς το τέλος των δοκιμασιών, όταν απαιτείται μεγαλύτερη αντοχή στη συγκέντρωση. Η παρατήρηση αυτή υποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο όσα γνωρίζει ένας μαθητής, αλλά και το πόσο μπορεί να παραμείνει προσηλωμένος όταν μια εργασία απαιτεί χρόνο, μνήμη και διαδοχική επεξεργασία.

Η κατανόηση ενός σύνθετου κειμένου προϋποθέτει λεξιλόγιο, γνώσεις αναφοράς, ικανότητα ανάκλησης και εξοικείωση με την ανάπτυξη επιχειρημάτων. Όσο λιγότερο εξασκείται κάποιος σε αυτού του είδους την ανάγνωση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να συνθέσει πληροφορίες που δεν προσφέρονται έτοιμες σε μικρές και αυτοτελείς μονάδες.

Τα κινητά και η αποσπασμένη προσοχή

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα κινητά τηλέφωνα και τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μέρος του προβλήματος, χωρίς τα διαθέσιμα στοιχεία να δικαιολογούν την απόδοση ολόκληρης της πτώσης σε μία συσκευή ή σε μία συγκεκριμένη συνήθεια. Η εκπαιδευτική επίδοση επηρεάζεται από το οικογενειακό περιβάλλον, την ποιότητα του σχολείου, την κοινωνική προέλευση, τις απουσίες, τις προσδοκίες των εκπαιδευτικών και πολλές ακόμη μεταβλητές, γεγονός που επιβάλλει προσεκτική ερμηνεία των συσχετίσεων.

Παρά τα όρια αυτά, η επίδραση της συνεχούς ψηφιακής διάσπασης έχει γίνει κεντρικό θέμα της διεθνούς συζήτησης. Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης είναι σχεδιασμένες γύρω από τη διαρκή ανανέωση του περιεχομένου, τις ειδοποιήσεις και την προσδοκία ενός νέου ερεθίσματος, με αποτέλεσμα ο χρήστης να συνηθίζει στη συχνή μετατόπιση της προσοχής του. Όταν αυτή η συνήθεια παγιώνεται, η μελέτη ενός δύσκολου κεφαλαίου ή η επίλυση ενός απαιτητικού προβλήματος μπορεί να μοιάζει όλο και πιο ασύμβατη με τον ρυθμό στον οποίο έχει εξοικειωθεί ο μαθητής.

Οι περιορισμοί στη χρήση κινητών μέσα στο σχολείο μπορούν να προστατεύσουν ένα μέρος του μαθησιακού χρόνου, όμως από μόνοι τους δεν επαρκούν, όπως δείχνει και η ελληνική περίπτωση, όπου η εφαρμογή σχετικών μέτρων συνυπάρχει με χαμηλές επιδόσεις. Το ζητούμενο βρίσκεται περισσότερο στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου η προσοχή αποκτά ξανά διάρκεια, η τάξη λειτουργεί χωρίς συνεχείς παρεμβολές και ο μαθητής μαθαίνει να αντέχει τη δυσκολία μιας δραστηριότητας που δεν προσφέρει άμεση ανταμοιβή.

Η τεχνητή νοημοσύνη και η εκχώρηση της προσπάθειας

Η γενετική τεχνητή νοημοσύνη εμφανίστηκε μαζικά πολύ αργά για να εξηγήσει τη μακροχρόνια πτώση που καταγράφεται στις διεθνείς μετρήσεις. Μπορεί όμως να επιταχύνει ορισμένες ήδη υπάρχουσες τάσεις, εφόσον χρησιμοποιείται ως τρόπος παράκαμψης της μαθησιακής διαδικασίας.

Όταν ένας μαθητής ζητά από ένα σύστημα να συνοψίσει ένα κεφάλαιο που δεν έχει διαβάσει, να γράψει μια εργασία την οποία ο ίδιος δεν έχει επεξεργαστεί ή να λύσει μια άσκηση πριν δοκιμάσει να φτάσει στη λύση, αποκτά το τελικό αποτέλεσμα χωρίς να έχει πραγματοποιήσει τη γνωστική διαδρομή που οδηγεί στη μάθηση. Η δυσκολία, το λάθος, η ανάκληση και η επαναδιατύπωση αποτελούν ουσιαστικά στάδια της κατανόησης, ακόμη κι αν συχνά βιώνονται ως καθυστέρηση.

Η ίδια τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά όταν χρησιμοποιείται αφού έχει προηγηθεί προσωπική προσπάθεια. Ένας μαθητής που έχει ήδη διαβάσει και γράψει μπορεί να ζητήσει έλεγχο του συλλογισμού του, να αναζητήσει αντίθετα επιχειρήματα, να εντοπίσει αδυναμίες ή να δημιουργήσει ερωτήσεις αυτοαξιολόγησης. Με αυτόν τον τρόπο η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει ανατροφοδότηση χωρίς να υποκαθιστά το στάδιο στο οποίο συγκροτείται η κατανόηση.

Η κρίσιμη διάκριση αφορά επομένως το πότε και το πώς χρησιμοποιείται το εργαλείο. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που επιτρέπει την αυτόματη παραγωγή απαντήσεων χωρίς να ελέγχει αν ο μαθητής έχει κατανοήσει τη διαδικασία κινδυνεύει να επιβραβεύει την επίφαση γνώσης. Αντίθετα, όταν η αξιολόγηση απαιτεί προσωπική επιχειρηματολογία, προφορική υποστήριξη μιας εργασίας και δυνατότητα εξήγησης των βημάτων που οδήγησαν σε ένα συμπέρασμα, η τεχνολογία μπορεί να ενταχθεί χωρίς να αδειάζει τη μάθηση από το περιεχόμενό της.

Η υπερπληροφόρηση και το στοίχημα της εσωτερικευμένης γνώσης

Η μεγαλύτερη πρόκληση ίσως βρίσκεται στο γεγονός ότι η άμεση πρόσβαση σε σχεδόν απεριόριστες πηγές έχει δημιουργήσει την εντύπωση πως η αποθήκευση γνώσεων στη μνήμη έχει μικρότερη σημασία. Η σύγχρονη γνωστική επιστήμη οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα, επειδή η κατανόηση και η κριτική αξιολόγηση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από όσα γνωρίζει ήδη ο άνθρωπος.

Για να κρίνει κάποιος αν μια πηγή είναι αξιόπιστη, χρειάζεται ένα πλαίσιο αναφοράς που θα του επιτρέψει να εντοπίσει αντιφάσεις, υπερβολές και ανακρίβειες. Για να συγκρίνει δύο ερμηνείες, πρέπει να διαθέτει λεξιλόγιο, βασικές ιστορικές ή επιστημονικές γνώσεις και εξοικείωση με τη δομή ενός επιχειρήματος. Όταν αυτά απουσιάζουν, η αφθονία πηγών μπορεί να αυξήσει τη σύγχυση, επειδή ο χρήστης έχει πρόσβαση σε περισσότερες απαντήσεις χωρίς να διαθέτει τα εφόδια για να τις ιεραρχήσει.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ο κίνδυνος μιας γενιάς που θα μεγαλώνει μέσα σε πρωτοφανή πληροφοριακό πλούτο με επαυξημένη γνώση και νοημοσύνη, που όμως θα διαθέτει φτωχότερο προσωπικό γνωστικό υπόβαθρο. Το ζήτημα δεν αφορά τη νοημοσύνη των νέων, ούτε δικαιολογεί εύκολες γενικεύσεις περί μιας γενιάς που «χαζεύει». Αφορά τις δεξιότητες που καλλιεργούνται συστηματικά και εκείνες που ατροφούν όταν παύουν να εξασκούνται.

Η αναστροφή της τάσης προϋποθέτει ένα σχολείο που θα επαναφέρει στο κέντρο τη συστηματική ανάγνωση μεγάλων κειμένων, την ουσιαστική γνώση βασικών εννοιών, τη γραφή, την επιχειρηματολογία και την επίλυση προβλημάτων χωρίς άμεση εξωτερική βοήθεια. Στην ελληνική περίπτωση, όπου πολύ μεγάλο ποσοστό των 15χρονων μένει κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας, χρειάζεται παράλληλα έγκαιρη διάγνωση των κενών και στοχευμένη ενισχυτική διδασκαλία, πριν οι αδυναμίες συσσωρευτούν και καταστήσουν δυσκολότερη κάθε επόμενη βαθμίδα μάθησης.

Η τεχνολογία θα συνεχίσει να διευρύνει την πρόσβαση σε πηγές και εργαλεία, γεγονός που μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο εφόσον συνοδευτεί από ισχυρότερες βάσεις γνώσης και μεγαλύτερη πνευματική αυτονομία. Σε μια εποχή όπου η απάντηση βρίσκεται όλο και συχνότερα έτοιμη στην οθόνη, η ουσιαστική εκπαιδευτική πρόκληση βρίσκεται στην ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίζει αρκετά ώστε να καταλαβαίνει τι αξίζει να κρατήσει, τι πρέπει να απορρίψει και ποια ερώτηση χρειάζεται ακόμη να θέσει.