Χρειαζόταν πράγματι σαράντα ημέρες κλειστών δρόμων;
Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι οι αγροτικές κινητοποιήσεις που στερούνταν βάσης ούτε ότι η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τα πάντα άψογα.
O διάλογος ως το αυτονόητο, η σύγκρουση των αγροτών με την κυβέρνηση και το κόστος της πολιτικής εκμετάλλευσης στη δημοκρατία
Ήταν ανάγκη να περάσουν σαράντα ημέρες με κλειστούς δρόμους, με χιλιάδες πολίτες να δοκιμάζονται στην καθημερινότητά τους και την οικονομική δραστηριότητα να επιβαρύνεται αισθητά, προκειμένου να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι εκπρόσωποι των αγροτών και της κυβέρνησης; Και γιατί ο κομματισμός και η πολιτική εκμετάλλευση δυσκολεύουν τόσο πολύ τον διάλογο και τη λύση των προβλημάτων στη δημοκρατία μας; Τα ερωτήματα αυτά δεν εκφράζουν απλώς αγανάκτηση, αλλά αποτυπώνει μια βαθύτερη ανησυχία για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη θεσμική συνεννόηση, τη διεκδίκηση και τα όρια της κοινωνικής πίεσης.
Οι αγρότες αντιμετωπίζουν υπαρκτά και σοβαρά προβλήματα, σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους παραγωγής, αβεβαιότητας και διαρθρωτικών αδυναμιών που δεν γεννήθηκαν χθες. Αυτό, όμως, δεν απαντά στο αν η συγκεκριμένη διαδρομή της σύγκρουσης ήταν αναπόφευκτη. Από την αρχή υπήρξε σαφής κυβερνητική πρόσκληση για διάλογο, σε ανώτατο επίπεδο, μάλιστα επαναλαμβανόμενη, χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς απόπειρα απαξίωσης των αιτημάτων. Η άρνηση προσέλευσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση σε κλειστές πόρτες, αλλά ως συνειδητή επιλογή κλιμάκωσης, με την εκτίμηση ότι η πίεση έπρεπε να προηγηθεί κάθε συζήτησης.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επέλεξε μια ήπια στάση απέναντι στα μπλόκα, αποφεύγοντας τη χρήση κατασταλτικών μέσων για την άμεση αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Η επιλογή αυτή δεν υπήρξε αυτονόητη ούτε πολιτικά ανέξοδη. Η αποστολή ΜΑΤ θα παρήγαγε εικόνες σύγκρουσης, θα τροφοδοτούσε την πόλωση και θα μετέτρεπε ένα κοινωνικό ζήτημα σε γενικευμένη κρίση δημόσιας τάξης. Η αυτοσυγκράτηση, αντίθετα, σήμαινε ότι η κυβέρνηση αποδεχόταν το κόστος της κοινωνικής ενόχλησης, με την προσδοκία ότι ο διάλογος θα ανοίξει χωρίς να προηγηθεί η ένταση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα μέρος των αγροτικών κινητοποιήσεων υιοθέτησε μια μαξιμαλιστική στρατηγική, βασισμένη στην πεποίθηση ότι η κοινή γνώμη θα παρέμενε αδιαπραγμάτευτα στο πλευρό τους. Πράγματι, στην αρχή υπήρξε κατανόηση, καθώς μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αναγνώριζε τη δυσκολία της αγροτικής παραγωγής και τη θεμιτότητα των αιτημάτων. Όμως η κοινωνική ανοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Όσο οι δρόμοι παρέμεναν κλειστοί και ο διάλογος μετατίθετο, η κατανόηση άρχισε να δίνει τη θέση της στην κόπωση, ειδικά όταν γινόταν σαφές ότι η άρνηση συζήτησης δεν οφειλόταν σε έλλειψη πρόσκλησης αλλά σε στρατηγική επιλογή.
Όταν ο διάλογος γίνεται πολιτικό διακύβευμα
Η φθορά αυτή ανέδειξε και μια δεύτερη μετατόπιση, πιο πολιτική. Καθώς αποσύρονταν οι πιο ετερόκλητες και κοινωνικά ευρείες αγροτικές φωνές, παρέμενε ένας σκληρός πυρήνας, σαφώς κομματικά προσδιορισμένος, με κυρίαρχη παρουσία από τον χώρο του ΚΚΕ, που αντιμετωπίζει τη σύγκρουση με το κράτος ως διαρκή συνθήκη και όχι ως εργαλείο επίλυσης συγκεκριμένων προβλημάτων. Σε αυτή τη λογική, η επιμονή στην κινητοποίηση αποκτά αξία καθαυτή, ανεξάρτητα από το αν οδηγεί σε αποτέλεσμα.
Εδώ αποκαλύπτεται μια βαθύτερη παθογένεια της ελληνικής δημοκρατίας. Ο διάλογος συχνά εκλαμβάνεται ως παραχώρηση και όχι ως θεσμική υποχρέωση όλων των πλευρών. Η συνεννόηση εμφανίζεται ως κάτι που έρχεται μόνο αφού εξαντληθούν όλα τα μέσα έντασης, γεγονός που ενισχύει την καχυποψία, καθυστερεί λύσεις και εγκλωβίζει τα προβλήματα σε έναν φαύλο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης. Όταν η πολιτική εκμετάλλευση υπερισχύει της ανάγκης επίλυσης, το πραγματικό αίτημα χάνεται μέσα στον θόρυβο που το περιβάλλει.
Η ήπια κυβερνητική στάση, αντί να λειτουργήσει ως γέφυρα, αξιοποιήθηκε από ορισμένους ως πεδίο περαιτέρω κλιμάκωσης, με τη λογική ότι η απουσία καταστολής επιτρέπει τη διατήρηση της πίεσης επ’ αόριστον. Το αποτέλεσμα, όμως, είναι διπλά επιζήμιο, καθώς αφενός φθείρεται η κοινωνική στήριξη των κινητοποιήσεων και αφετέρου ενισχύεται η αίσθηση ότι ο διάλογος είναι δευτερεύων σε σχέση με την πολιτική σύγκρουση.
Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι οι αγροτικές κινητοποιήσεις που στερούνταν βάσης ούτε ότι η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τα πάντα άψογα. Είναι ότι σε αυτή την περίπτωση υπήρξε σαφής και επαναλαμβανόμενη διάθεση διαλόγου, η οποία απορρίφθηκε συνειδητά, και μια επιλογή αυτοσυγκράτησης, η οποία μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής πίεσης. Αν κάτι πρέπει να απασχολήσει σοβαρά τη δημόσια συζήτηση, είναι πώς ο διάλογος θα αποκατασταθεί ως αυτονόητη αφετηρία και όχι ως έπαθλο μετά από εβδομάδες έντασης, γιατί χωρίς αυτή τη μετατόπιση, η δημοκρατία μας θα συνεχίσει να πληρώνει υψηλό κόστος για προβλήματα που θα μπορούσαν να είχαν συζητηθεί πολύ νωρίτερα.
Η συμφωνία ΕΕ – Mercosur, οι αγρότες και το πολιτικό παράδοξο