Ας στρέψουμε την προσοχή μας σε όσες κινδυνεύουν και όχι στους δράστες
Ακόμη μία γυναίκα έχασε τη ζωή της στη Δράμα από τα χέρια του συζύγου της και ακόμα μια φορά ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση και ο διαμοιρασμός πληροφοριών που κάνουν λόγο για ζήλια, για αδυναμία αποδοχής του χωρισμού, για μία σχέση που είχε φτάσει σε αδιέξοδο και κάπου εκεί αρχίζει, για ακόμη μία φορά, η ανάλυση. Ήταν γυναικοκτονία ή ανθρωποκτονία; Ήταν παθολογικά ζηλότυπος; Είχε ψυχολογικά προβλήματα; Ποια ήταν τα κίνητρά του; Τι είχε προηγηθεί στη σχέση τους;
Δεν είμαι βέβαιη ότι όλα αυτά μας φέρνουν πιο κοντά στην ουσία. Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι προσφέρει η ατελείωτη ανάλυση του προφίλ του δράστη. Κάθε φορά αναζητούμε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που θα εξηγήσει το κακό. Ήταν αστυνομικός, ήταν ζηλότυπος, ήταν κτητικός, ήταν ψυχικά επιβαρυμένος, σαν να προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι πρόκειται για κάποιον με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, για κάποιον μακρυά από εμάς, για κάποιον διαφορετικό από όλους τους άλλους. Κι όμως, η πιο τρομακτική αλήθεια είναι λοτι ο δράστης θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Και ότι το θύμα θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε.
Εκεί θα έπρεπε να βρίσκεται το επίκεντρο της συζήτησης. Όχι στο πώς θα χαρακτηρίσουμε το έγκλημα, όχι στο αν η ζήλια αποτελεί επαρκή εξήγηση (μαντέψτε την απάντηση..!), ούτε στο αν ο δράστης είχε αυτό ή το άλλο χαρακτηριστικό, αλλά στο πώς φτάνει ένας άνθρωπος να ζει μέσα στον φόβο χωρίς να μιλά. Στο πώς μια γυναίκα μπορεί να αισθάνεται εγκλωβισμένη σε μια κατάσταση που οι γύρω της δεν αντιλαμβάνονται. Στο πόσο δύσκολο είναι να ζητήσεις βοήθεια όταν έχεις πειστεί ότι κανείς δεν θα σε καταλάβει, ότι κανείς δεν θα σε πιστέψει ή ότι τα πράγματα «θα ηρεμήσουν».
Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πόσο εύκολο είναι να βρεθεί κάποιος/κάποια στη θέση του θύματος. Όχι επειδή έκανε κάποιο λάθος ή επειδή αγνόησε κάποια προφανή προειδοποίηση, αλλά επειδή η βία δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά και θεαματικά. Συχνά έρχεται αργά, ύπουλα, μέσα από συμπεριφορές που κανονικοποιούνται, δικαιολογούνται ή συγχωρούνται ξανά και ξανά.
Γι’ αυτό και με ανησυχεί όταν η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται διαρκώς γύρω από τα «κίνητρα». Γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, αφήνουμε πάντα μια χαραμάδα για το επικίνδυνο ερώτημα: «Τι του έκανε;». Μια χαραμάδα μέσα από την οποία περνά η ιδέα ότι ίσως υπήρχε κάποια εξήγηση, κάποια πρόκληση, κάποια αιτία που τον «έφτασε στα άκρα».
Η ευθύνη ανήκει ξεκάθαρα πάντα σε αυτόν που ασκεί τη βία, όποιος κι αν ήταν.
Και αν θέλουμε πραγματικά να αποτρέψουμε την επόμενη τραγωδία, ίσως χρειάζεται να μιλάμε λιγότερο για τους δράστες και περισσότερο για τα θύματα που είναι ακόμη εδώ. Για εκείνες που φοβούνται. Για εκείνες που διστάζουν. Για εκείνες που πιστεύουν ότι είναι μόνες. Το μήνυμα που πρέπει να φτάσει παντού δεν είναι πώς λεγόταν ο δράστης, τι επάγγελμα έκανε ή ποιο ήταν το κίνητρό του. Το μήνυμα είναι ότι κανείς δεν πρέπει να μένει μόνος απέναντι στη βία, ότι υπάρχει βοήθεια και υπάρχουν άνθρωποι που θα ακούσουν.
Αν καταφέρουμε να στρέψουμε τη συζήτηση εκεί, ίσως κάποια στιγμή πάψουμε να μετράμε θύματα.