Anna Unfiltered: Η θεωρία καταρρέει

Anna Unfiltered: Η θεωρία καταρρέει
Εικόνα: Pixabay

Υπάρχει μια ένοχη αλληγορία, που μιλάει για την κότα: μπορεί να είσαι φιλόζωος και να νιώθεις μια κάποια αγάπη για τα κακόμοιρα ζωάκια, αλλά όταν τρως την κοκκινιστή κότα, χορταίνεις, γλείφεις και τα δάχτυλά σου ίσως, σίγουρα όμως δεν σκέφτεσαι εκείνη την ώρα, αν το ευχαριστιέται και η ίδια. Συμφωνείς, αναγνώστη μου;

Την εβδομάδα που πέρασε, μου δόθηκαν πλείστες όσες αφορμές να ξαναφέρω στο μυαλό μου, αυτήν την αλληγορία και στ’ αληθινά δεν ήξερα ποια να πρωτοσχολιάσω. Η αειθαλής συνονόματη ερμηνεύτρια Άννα Βίσση και ο μονα(δικός) της δημιουργός Νίκος Καρβέλας δικαιωματικά πήραν τα σκήπτρα. Γιατί, όταν κάτι απασχολεί τον κουτσομπόλη λαό, δεν μπορείς να κάνεις τα στραβά μάτια… ασχέτως αν ο λαός θα όφειλε να αφήσει παράμερα την τύρβη των τελευταίων – παντελώς αδιάφορων για ορισμένους νοήμονες – γεγονότων και να ασχοληθεί με την ουσία όσων αποτελούν τα μείζονα (βλ. επίσκεψη Ρούμπιο ή ράλι στις τιμές των καυσίμων με άνοδο 14,7%)

Ήταν, λοιπόν, τόσο υπερβατική αυτή η σύγκρουση, που μετά λύπης μου διαπίστωσα ξανά την αξιοθαύμαστη ικανότητα που έχουμε να αγαπάμε τους ανθρώπους, όσο εκείνοι υπηρετούν τη δική μας ανάγκη. Κι ενώ ίσως περίμενες να αναφερθώ στο ‘’κοντραριζόμενο’’ λαοφιλέστατο καλλιτεχνικό ζεύγος, θα σου πω, ότι ορμώμενη από αυτό, δε θα μιλήσω ούτε για το πνευματικό δικαίωμα, ούτε για το περιουσιακό, ούτε για το συγγενικό, ούτε για τις συμβατικές υποχρεώσεις (μετά την πλασμαφαίρεση, γίναμε τώρα άπαντες όψιμοι γνώστες του αστικού δικαίου), αλλά για έννοιες έτι καθοριστικότερες: την απληστία, τον νεοπλουτισμό και την αγνωμοσύνη – ή αλλιώς αχαριστία. 

Ποια λέξη, λοιπόν, χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που, αφού έχει γευτεί την ‘’απόλυτη’’ – αυτό δεν είναι και το προσωνύμιο της Άννας – αποδοχή, δύναμη και επιτυχία, ξεχνά εκείνους που στάθηκαν δίπλα του σε όλη τη διαδρομή; Εκείνος που μπερδεύει την εύνοια με την αγάπη, την προβολή με την αξία και την αναγνωρισιμότητα με την παντοδυναμία; Μήπως έπαρση, αλαζονεία, ξιπασιά; Μήπως νεοπλουτισμός, ακόμη κι όταν δεν αφορά στο  «slumbering spirit of the gold»¹, που έλεγε η Έλλα στον Γιάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν, αλλά στην απόκτηση μιας θέσης στο δωμάτιο εξουσίας (βλ. να συναγελάζεσαι με εφοπλιστές).

Η άκρατη επιτυχία κρύβει παγίδες. Κι αλίμονο σε όποιον δεν έμαθε – ούτε καν μετά από επτά δεκαετίες ζωής – να τις αποφεύγει. Γαῖα πυρὶ μειχθήτω.² Σε περιβάλλει με ανθρώπους, που προσφέρουν επιβεβαίωση (αυλοκόλακες τους λένε θαρρώ) και σε κάνουν να αισθάνεσαι απαραίτητος, σπουδαίος. Κι όσο όλα πηγαίνουν καλά, είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος βρίσκεται δίπλα σου επειδή σε εκτιμά και ποιος επειδή απολαμβάνει, αυτά που του προσφέρεις. Για να είμαστε ειλικρινείς, βέβαια, ποιος θα αμφισβητούσε την αγάπη, όταν αυτή συνοδεύεται από χειροκρότημα, προβολή και αμέτρητες (ή φαραωνικές!) δυνατότητες;

Η αγάπη όμως δεν μετριέται τον καιρό των παχιών αγελάδων. Τότε περισσεύουν οι πρόθυμοι συνοδοιπόροι. Μετριέται όταν σβήνουν τα φώτα και δυνητικά τελειώνει η χρησιμότητα, όταν ο απέναντι δεν έχει πια κάτι να σου προσφέρει. Τότε αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο η πρόθεση να τον έχεις στη ζωή σου ή να τον πετάξεις, όπως την τρίχα απ’ το ζυμάρι.

Κι εδώ η αλληγορία γίνεται αμείλικτη, γιατί η κότα δεν είναι ο άνθρωπος που έμεινε πίσω. Είναι εκείνος, που νομίζει ότι κάθεται στο τραπέζι σαν καλεσμένος, αλλά δυστυχώς γελιέται. Όσο, λοιπόν, η κότα είναι αχνιστή και γευστική, όλοι απολαμβάνουν το γεύμα. Κι όταν απομείνουν μόνο τα κόκαλα, το τραπέζι αδειάζει, ο καθένας επιστρέφει στην καθημερινότητά του… και οι εφοπλιστές στα καράβια τους. Η κότα, βέβαια, δεν θα έχει τη δυνατότητα ποτέ ξανά να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση. 

Το τραγικό, εν προκειμένω, δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να σε χρησιμοποιήσει. Αυτό γινόταν και θα γίνεται εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Είναι ότι η κενοδοξία και η αυθάδεια σε έκαναν να θεωρείς δεδομένους, εκείνους που θα παρέμεναν δίπλα σου ακόμη κι αν δεν έφτανες ποτέ στο να είσαι ‘’η απόλυτη’’. 

Λοιπόν, το μάθαμε κι αυτό: η θεωρία είναι πάντα βολική, αλλά ενίοτε καταρρέει. Καμία σταθερά, αναγνώστη μου… γκρεμίστηκε και το τελευταίο οχυρό. 

1 Ibsen, H. (1958). The Master Builder and Other Plays (U. Ellis-Fermor, Trans.). Penguin Books. (John Gabriel Borkman, Act II). Στη δεύτερη πράξη, σε διάλογο του Μπόρκμαν με την Έλλα Ρέντχαϊμ, γίνεται αναφορά σε «όλα τα κοιμισμένα πνεύματα του χρυσού». Η Έλλα θυμάται, πως ο Μπόρκμαν μιλούσε για την αφύπνιση αυτών των πνευμάτων, ενώ εκείνος επιβεβαιώνει ότι πράγματι αυτό ήθελε να κάνει. Η εικόνα αποδίδει εύγλωττα την εμμονή του με τον χρυσό και τη δύναμη που πίστευε, ότι μπορούσε να αντλήσει από αυτόν.

2 Paton, W. R. (Ed. & Trans.). (1917). The Greek Anthology (Vol. II: Books VII–VIII). William Heinemann; G. P. Putnam’s Sons. Σημαίνει, ότι από τούδε κι έπειτα ας καεί όλος ο κόσμος, σε ελεύθερη μετάφραση.