ΠΟΥ: Τα μη ασφαλή τρόφιμα ευθύνονται για 1,5 εκατ. θανάτους κάθε χρόνο

Νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας αποκαλύπτει το τεράστιο υγειονομικό και οικονομικό κόστος των τροφιμογενών νοσημάτων

ΠΟΥ: Τα μη ασφαλή τρόφιμα ευθύνονται για 1,5 εκατ. θανάτους κάθε χρόνο
Unsplash

Τα μη ασφαλή τρόφιμα εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις σημαντικότερες απειλές για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως, προκαλώντας περίπου 1,5 εκατομμύριο θανάτους κάθε χρόνο. Αυτό προκύπτει από νέα έκθεση του Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα ενόψει της Παγκόσμιας Ημέρας Ασφάλειας Τροφίμων στις 7 Ιουνίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου 866 εκατομμύρια άνθρωποι νοσούν ετησίως εξαιτίας μολυσμένων ή ακατάλληλων τροφίμων. Παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000, το πρόβλημα παραμένει ιδιαίτερα έντονο σε πολλές περιοχές του πλανήτη, κυρίως στην Αφρική και τη Νοτιοανατολική Ασία.

Τα παιδιά κάτω των πέντε ετών κινδυνεύουν περισσότερο

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η επίπτωση των τροφιμογενών ασθενειών στα μικρά παιδιά. Αν και αντιστοιχούν μόλις στο 9% του παγκόσμιου πληθυσμού, συγκεντρώνουν σχεδόν το ένα τρίτο των περιστατικών που σχετίζονται με μη ασφαλή τρόφιμα.

Οι διαρροϊκές λοιμώξεις εξακολουθούν να αποτελούν τη σημαντικότερη απειλή για τις μικρές ηλικίες, ενώ η έκθεση σε επικίνδυνες χημικές ουσίες, όπως ο μόλυβδος και ο μεθυλυδράργυρος, μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ανάπτυξη του εγκεφάλου και να προκαλέσει μόνιμες νευρολογικές ή αναπτυξιακές διαταραχές.

Βακτήρια, ιοί και χημικές ουσίες οι βασικές απειλές

Η συντριπτική πλειονότητα των τροφιμογενών νοσημάτων συνδέεται με βιολογικούς παράγοντες, όπως βακτήρια, ιοί και παράσιτα. Ωστόσο, οι χημικές ουσίες ευθύνονται για δυσανάλογα μεγάλο αριθμό θανάτων.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 2021 οι χημικοί κίνδυνοι συνδέθηκαν με το 73% των θανάτων που σχετίζονταν με μολυσμένα τρόφιμα. Μεταξύ των σημαντικότερων παραγόντων ήταν το ανόργανο αρσενικό και ο μόλυβδος, που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και καρκίνου.

Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι οι ουσίες αυτές μπορούν να εισέλθουν στην τροφική αλυσίδα είτε μέσω φυσικών διεργασιών είτε λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων και, όταν συμβεί αυτό, η απομάκρυνσή τους είναι συχνά εξαιρετικά δύσκολη.

Τεράστιο και το οικονομικό κόστος

Πέρα από τις επιπτώσεις στην υγεία, η κατανάλωση μη ασφαλών τροφίμων επιβαρύνει σημαντικά και την παγκόσμια οικονομία. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η απώλεια παραγωγικότητας και τα έξοδα περίθαλψης κοστίζουν περίπου 310 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Όταν συνυπολογιστούν οι διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ των χωρών, το συνολικό οικονομικό αποτύπωμα των τροφιμογενών ασθενειών φτάνει τα 647 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο.

Η κλιματική αλλαγή εντείνει τους κινδύνους

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η κλιματική αλλαγή και η αυξανόμενη μικροβιακή αντοχή στα αντιβιοτικά δημιουργούν νέες προκλήσεις για την ασφάλεια των τροφίμων. Οι μεταβολές στις θερμοκρασίες και στα καιρικά φαινόμενα μπορούν να αυξήσουν τους κινδύνους μόλυνσης σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και διανομής τροφίμων.

Παράλληλα, οι ανισότητες μεταξύ των χωρών όσον αφορά την πρόσβαση σε καθαρό νερό, αποχέτευση, υγειονομικές υπηρεσίες και συστήματα ελέγχου τροφίμων εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό ποιοι πληθυσμοί πλήττονται περισσότερο.

Έκκληση για συντονισμένη δράση

Ο ΠΟΥ καλεί τις κυβερνήσεις να ενισχύσουν τα συστήματα ελέγχου τροφίμων, να επενδύσουν σε μηχανισμούς επιτήρησης και να υιοθετήσουν την προσέγγιση «One Health», η οποία συνδέει την υγεία των ανθρώπων με την υγεία των ζώων, των φυτών και του περιβάλλοντος.

Όπως υπογραμμίζει ο οργανισμός, πολλές από τις ασθένειες και τους θανάτους που σχετίζονται με ακατάλληλα τρόφιμα μπορούν να προληφθούν μέσω απλών αλλά κρίσιμων παρεμβάσεων, όπως η πρόσβαση σε καθαρό νερό, η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η ασφαλής επεξεργασία τροφίμων και η έγκαιρη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.