Βόρεια Ελλάδα: Η «βιομηχανία» εκατομμυρίων με αγροτικές ενισχύσεις – Πώς δρούσε το κύκλωμα που ξάφριζε τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Σήμερα στις 11 οι 17 συλληφθέντες θα βρεθούν ενώπιον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Αθήνα

Βόρεια Ελλάδα: Η «βιομηχανία» εκατομμυρίων με αγροτικές ενισχύσεις – Πώς δρούσε το κύκλωμα που ξάφριζε τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Με δομή που θύμιζε οργανωμένη επιχείρηση, διακριτούς ρόλους, τραπεζικούς λογαριασμούς – «βιτρίνες», ψευδείς δηλώσεις καλλιέργειας και ένα δίκτυο προσώπων που εκτεινόταν από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Αθήνα και τις Σέρρες, η φερόμενη εγκληματική οργάνωση που αποκαλύφθηκε έπειτα από πολύμηνη έρευνα των αρχών φαίνεται πως είχε μετατρέψει τις ευρωπαϊκές αγροτικές ενισχύσεις σε μηχανισμό παράνομου πλουτισμού.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να αξιοποιούσαν κενά στους ελέγχους του συστήματος υποβολής δηλώσεων, εμφανίζοντας ως καλλιεργήσιμες εκτάσεις αγροτεμάχια που είτε δεν τους ανήκαν είτε δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τους δηλούντες.

Ο 17 συλληφθέντες αναμένεται να οδηγηθούν το πρωί της Πέμπτης ενώπιον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Αθήνα, προκειμένου να απολογηθούν για την υπόθεση των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων που ερευνάται σε βάρος τους. Η διαδικασία έχει προγραμματιστεί για τις 11 το πρωί, ενώ στην Αθήνα αναμένεται να φτάσει και η μεταγωγή των κατηγορουμένων από τη Θεσσαλονίκη, υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν βαρύ κατηγορητήριο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Η έρευνα, που ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2025 από το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, αποκάλυψε – σύμφωνα με πληροφορίες – ένα πολυεπίπεδο σύστημα απάτης με ζημία που εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου. Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν 17 άτομα, ανάμεσά τους και πρόσωπα που φέρονται να είχαν ηγετικό ρόλο στη λειτουργία της οργάνωσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αρχές διαπίστωσαν ότι η δράση του κυκλώματος εκτεινόταν τουλάχιστον από το 2019 μέχρι και το 2026, με τα μέλη να λειτουργούν με σταθερή μεθοδολογία, καταμερισμό αρμοδιοτήτων και επαναλαμβανόμενες πρακτικές που επέτρεπαν τη συστηματική λήψη παράνομων επιδοτήσεων μέσω ψευδών Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Το «κόλπο» με τα αγροτεμάχια και οι ψεύτικες μισθώσεις

Όπως προκύπτει από τις έρευνες, ο βασικός πυρήνας της οργάνωσης εντόπιζε επιλέξιμα αγροτεμάχια σε διάφορες περιοχές της χώρας τα οποία δεν είχαν δηλωθεί σε προηγούμενες αιτήσεις ενίσχυσης. Οι εκτάσεις αυτές εμφανίζονταν κατόπιν ως μισθωμένες ή ιδιόκτητες από πρόσωπα που συμμετείχαν στο κύκλωμα, προκειμένου να εγκριθούν οι σχετικές επιδοτήσεις.

Οι αρχές διαπίστωσαν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι σε πολλές περιπτώσεις οι φερόμενοι εκμισθωτές είτε δεν διέθεταν καν ακίνητη περιουσία είτε είχαν ιδιοκτησίες σε τελείως διαφορετικές περιοχές από εκείνες που δηλώνονταν στις αιτήσεις. Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις όπου αγροτεμάχια εμφανίστηκαν προσωρινά σε δηλώσεις Ε9 με αιτιολογίες όπως «ορθή καταχώριση» και στη συνέχεια διαγράφηκαν ως «εκ παραδρομής εγγραφή» ή «λάθος καταχώριση».

Αρμόδιες πηγές αναφέρουν πως, τα περισσότερα από τα δηλωμένα αγροτεμάχια βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τους τόπους κατοικίας τόσο των αιτούντων όσο και των φερόμενων ιδιοκτητών, κάτι που – κατά τις αρχές – καθιστούσε πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε πραγματική καλλιέργεια ή αγροτική δραστηριότητα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, σύμφωνα με πληροφορίες, το γεγονός ότι κατά το 2025 η οργάνωση άλλαξε τακτική. Αντί να χρησιμοποιεί δεκάδες διαφορετικούς φερόμενους εκμισθωτές ανά αίτηση, άρχισε να εμφανίζει τις εκτάσεις είτε ως ιδιόκτητες είτε ως μισθωμένες από συγγενικά ή στενά συνδεδεμένα πρόσωπα των βασικών μελών, επιχειρώντας έτσι να μειώσει τον κίνδυνο εντοπισμού.

Οι υπάλληλοι ΚΥΔ και οι «πειραγμένες» δηλώσεις

Κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του κυκλώματος φαίνεται πως είχαν, δύο υπάλληλοι Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ), οι οποίοι γνώριζαν σε βάθος τη διαδικασία υποβολής των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης και τα σημεία όπου οι έλεγχοι παρουσίαζαν αδυναμίες. Σύμφωνα με πληροφορίες, από τις συνολικά 946 αιτήσεις που εξετάστηκαν για τα έτη 2019 έως 2024, οι 790 υποβλήθηκαν ή επεξεργάστηκαν μέσω εισόδου στο σύστημα με προσωπικούς κωδικούς taxisnet των αιτούντων, ενώ τουλάχιστον 68 υποβλήθηκαν μέσω ΚΥΔ όπου εργάζονταν εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Οι αρχές εντόπισαν επίσης συγκεκριμένες διευθύνσεις IP από τις οποίες πραγματοποιούνταν επανειλημμένα οι υποβολές των δηλώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι IP αυτές συνδέονταν είτε με συγγενικά πρόσωπα των εμπλεκομένων είτε με τα ίδια τα ΚΥΔ, στοιχείο που – κατά την αστυνομική έρευνα – αποδεικνύει τον κεντρικό συντονισμό της διαδικασίας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικά θεωρούνται, τα έγγραφα που επισυνάπτονταν στις αιτήσεις για να προσδώσουν νομιμοφάνεια. Σε 167 περιπτώσεις βρέθηκαν λευκές σελίδες αντί δικαιολογητικών, σε 136 περιπτώσεις επισυνάφθηκαν αποσπάσματα από τον Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, ενώ αλλού χρησιμοποιήθηκαν ανυπόγραφα μισθωτήρια, φωτοτυπημένες θεωρήσεις γνησίου υπογραφής ή ακόμα και φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων και ετικετών σπόρων.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι ερευνητές εντόπισαν ακόμη και συμφωνητικά μίσθωσης που είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο των φερόμενων εκμισθωτών, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής.

Το σύστημα διακίνησης χρημάτων και οι «επιχειρησιακοί» λογαριασμοί

Η οικονομική έρευνα αποκάλυψε, σύμφωνα με πληροφορίες, ένα περίπλοκο σύστημα διακίνησης των χρημάτων που εισπράττονταν από τις παράνομες επιδοτήσεις. Οι ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε λογαριασμούς των αιτούντων, ωστόσο σημαντικό μέρος των ποσών κατέληγε σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τα βασικά και αρχηγικά μέλη της οργάνωσης.

Όπως προκύπτει από την ενδελεχή έρευνα του «Ελληνικού FBI», από το 2022 και μετά το κύκλωμα τροποποίησε τη μεθοδολογία του ώστε να περιορίσει τις άμεσες τραπεζικές μεταφορές μεταξύ των μελών. Αντί να γίνονται μεταφορές χρημάτων μετά την πίστωση των επιδοτήσεων, στις αιτήσεις δηλώνονταν εξαρχής τραπεζικοί λογαριασμοί τρίτων – κυρίως επιχειρησιακοί λογαριασμοί που είχαν ανοιχθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό.

Οι αρχές θεωρούν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι η αλλαγή αυτή συνδέεται με γνώση που είχαν τα μέλη της οργάνωσης σχετικά με τις αδυναμίες των διασταυρωτικών ελέγχων του συστήματος πληρωμών. Ενδεικτικό θεωρείται το γεγονός ότι 27 από τους 32 λογαριασμούς όπου δεν υπήρχε ταύτιση δικαιούχου και αιτούντος ήταν λογαριασμοί της EUROBANK. Όπως προκύπτει, σε αρκετές περιπτώσεις οι λογαριασμοί ανοίχθηκαν αποκλειστικά για την πίστωση των επιδοτήσεων και δεν εμφάνιζαν άλλη ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα. Τα ποσά που κατατίθεντο αποσύρονταν σχεδόν άμεσα σε μετρητά, ενώ στη συνέχεια διοχετεύονταν είτε σε άλλα μέλη είτε σε αγορές περιουσιακών στοιχείων.

Οι αρχές εντόπισαν, σύμφωνα με πληροφορίες, αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων, γεωργικών μηχανημάτων και αδειών ταξί, καθώς και χρήση διαδικτυακού στοιχηματισμού, πρακτικές που εκτιμάται ότι χρησιμοποιήθηκαν για τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.

Οι ρόλοι των αρχηγικών μελών

Από τις πολύμηνες έρευνες προκύπτει πως, στον ηγετικό πυρήνα της οργάνωσης βρίσκονταν έξι πρόσωπα ηλικίας από 33 έως 51 ετών, τα οποία φέρονται να είχαν αναλάβει διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους.

Ένας από τους βασικούς κατηγορούμενους, ηλικίας 40 ετών, φέρεται να αξιοποιούσε την εμπειρία του ως καταχωρητής αιτήσεων σε ΚΥΔ προκειμένου να εντοπίζει αδήλωτες εκτάσεις και να οργανώνει την υποβολή των ψευδών δηλώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, στον λογαριασμό του κατέληγαν χρήματα από αιτήσεις τουλάχιστον 15 μελών της οργάνωσης. Άλλο ηγετικό μέλος, ηλικίας 43 ετών, φέρεται να είχε κομβικό ρόλο στη διαχείριση μετρητών και στη στρατολόγηση νέων προσώπων. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε λογαριασμούς που ελέγχονταν από τον ίδιο πιστώθηκαν ποσά από αιτήσεις 28 διαφορετικών μελών.

Ένας 51χρονος κατηγορούμενος εμφανίζεται, βάσει πληροφοριών, ως ο βασικός διαχειριστής των οικονομικών ροών της οργάνωσης, με συνεχείς πιστώσεις και χρεώσεις μεταξύ μελών και με εμπλοκή σε επενδυτικά προϊόντα, αγορές γεωργικών μηχανημάτων και αγροτεμαχίων.

Στον ηγετικό πυρήνα συμμετείχαν επίσης γυναίκες ηλικίας 40 και 45 ετών, οι οποίες –σύμφωνα με πληροφορίες – διαχειρίζονταν τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω των οποίων διοχετεύονταν σημαντικά ποσά από τις παράνομες ενισχύσεις, ενώ εμπλέκονται και σε αγορές ακινήτων, οχημάτων και αδειών ταξί.

Η μεγάλη επιχείρηση και οι κατασχέσεις

Το πρωί της 26ης Μαΐου 2026 πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κιλκίς, Σέρρες και Καβάλα. Οι έρευνες έγιναν σε οκτώ κατοικίες και δύο ΚΥΔ, με τη συμμετοχή αστυνομικών διαφόρων υπηρεσιών οικονομικού εγκλήματος.

Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, περισσότερα από 302.000 ευρώ σε μετρητά, 18 χρυσές λίρες, 12 αυτοκίνητα, ένα δίκυκλο, πέντε τρακτέρ και αγροτικό μηχάνημα, τα οποία εξετάζονται ως προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Παράλληλα, οι αρχές βρήκαν τραπεζικές κάρτες, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, σφραγίδες επιχειρήσεων, αποθηκευτικά μέσα δεδομένων αλλά και χειρόγραφες σημειώσεις με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων. Εντοπίστηκαν επίσης δεκάδες κενά ιδιωτικά συμφωνητικά αγρομίσθωσης με θεωρημένο γνήσιο υπογραφής.

Σύμφωνα με πληροφορίες, δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και τραπεζικές θυρίδες τεσσάρων εκ των συλληφθέντων. Παράλληλα, μπήκε «φρένο» και σε ακίνητη περιουσία που φέρεται να αποκτήθηκε με χρήματα προερχόμενα από τις παράνομες επιδοτήσεις.

Η έρευνα των αρχών συνεχίζεται, ενώ εξετάζεται το ενδεχόμενο εμπλοκής και άλλων προσώπων που ενδέχεται να παρείχαν διευκολύνσεις ή να γνώριζαν τη λειτουργία του κυκλώματος.