Μαρία Λυκάρτση στο TheOpinion: «Υπάρχει ένας εν εξελίξει ενήλικος στα μικρά παιδιά και καμιά φορά τον παραβλέπουμε»

Γιατί πρέπει να ακούμε περισσότερο τα παιδιά; Η συγγραφέας απαντάει και μας ξεναγεί στον κόσμο του μικρού Λούκα.

Μαρία Λυκάρτση στο TheOpinion: «Υπάρχει ένας εν εξελίξει ενήλικος στα μικρά παιδιά και καμιά φορά τον παραβλέπουμε»

Η Μαρία Λυκάρτση μιλά στο TheOpinion για το βιβλίο της «Είσαι μικρός και δε χωράς», αναλύει τα βασικά προβλήματα του Λούκα, τον ήρωα που βρίσκεται στην εφηβεία και δεν ξέρει ακόμα πως θα χωρέσει στον αληθινό ενήλικο κόσμο.

Όλα αυτά με φόντο την Θεσσαλονίκη και τους φανερούς και κρυφούς δρόμους της. Σε μια όχι και τόσο γνωστή και ελκυστική περιοχή που πολλοί παραμελούν, στην δυτική περιοχή.

Λίγα λόγια για την συγγραφέα

Η Μαρία Λυκάρτση γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία και θεατρολογία κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Παιδαγωγική του Θεάτρου.

Διδάσκει στη δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφει, διαβάζει κι αγαπά τα κείμενα που απευθύνονται σε παιδιά και μεγάλους εξίσου. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία της «Η πολιτεία που δεν έβρεχε ποτέ» (εικονογράφηση: Στεφανία Βελδεμίρη, εκδ. Επόμενος Σταθμός 2017), «Κανονικά» (εικονογράφηση Ντανιέλα Σταματιάδη, εκδ. Καστανιώτη 2023) και το «Το μόνο παιδί» (εικονογράφηση Ζαφούκο Γιαμαμότο, εκδ. Παπαδόπουλος 2025). Το «Κανονικά» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου 2024, το βραβείο του ελληνικού τμήματος της IBBY 2024 και συμπεριλήφθηκε στον διεθνή κατάλογο White Ravens. Το «Είσαι μικρός και δε χωράς» (εκδ. Παπαδόπουλος 2025) είναι το πρώτο της βιβλίο για νέους.

Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γράφετε ιστορίες που απευθύνονται σε παιδιά;

Πριν από μια δεκαετία περίπου στο πλαίσιο των μεταπτυχιακών μου σπουδών στη σχολή Θεάτρου του ΑΠΘ μελέτησα το θέατρο για παιδιά και νέους και με προβλημάτισαν αρκετά τόσο τα κείμενα όσο και η σημειολογία των παραστάσεων για νεαρούς θεατές. Την ίδια εποχή ήταν μικρά και τα δικά μου τα παιδιά και ήρθα σε επαφή και με πολλά βιβλία εικονογραφημένα και μη για μικρές ηλικίες. Ένιωσα ότι αρκετά απ’ αυτά δεν αντιμετωπίζουν τα παιδιά σαν ισότιμους αναγνώστες και δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για τον ενήλικο αναγνώστη. Τότε νομίζω ότι συνειδητοποίησα πόσο μου αρέσουν και τα βιβλία και οι παραστάσεις που απευθύνονται σε παιδιά και μεγάλους εξίσου και ξεκίνησα να γράφω κι ένα δικό μου.

Υπήρξε κάποια αφορμή ή λόγος για να στραφείτε και στα βιβλία που απευθύνονται σε εφήβους;

Δεν είχα κατ’ αρχήν σαν στόχο να γράψω κάτι αποκλειστικά για εφήβους, γιατί νιώθω ότι και τα εικονογραφημένα μου κείμενα μικρής φόρμας, τους συμπεριλαμβάνουν σαν αναγνώστες. Όμως από τις πρώτες γραμμές του «Είσαι μικρός και δε χωράς», που γράφτηκαν τη μέρα που πέθανε ο Μίκης Θεοδωράκης κατάλαβα ότι αυτό το κείμενο θα γινόταν ένα βιβλίο για νεαρούς ενήλικες. Και το συνέχισα με το βλέμμα από τη μια στην δική μου εφηβική ηλικία κι από την άλλη στους σημερινούς εφήβους.

Σας ενδιαφέρει συνειδητά να γράφετε βιβλία που μπορούν να διαβαστούν και από μεγάλους;

Ναι! Συνηθίζω να λέω ότι το παιδί που κρύβεται μέσα μας (κι ίσως είναι και το πιο αληθινό μας κομμάτι) έχει ανάγκη σε κάθε ηλικία να του απευθύνονται. Υπάρχει όμως, κατά τη γνώμη μου, ένας εν εξελίξει ενήλικος και στα μικρά παιδιά και καμιά φορά τον παραβλέπουμε. Μου αρέσουν πολύ λοιπόν τα διηλικιακά βιβλία, εκείνα που διαβάζονται διαφορετικά από κάθε ηλικία. Xαίρομαι που τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν πολλά και πολύ υψηλού επιπέδου –κυρίως εικονογραφημένα (illustrated) ή εικονοβιβλία (picturebooks) και στη χώρα μας.

Πώς επηρεάζουν τη γραφή σας οι σπουδές σας στη φιλολογία, το θέατρο και την παιδαγωγική;

Στο θέατρο και στην παιδαγωγική πολύ. Η αφορμή για να ασχοληθώ με τη συγγραφή κειμένων για παιδιά είναι η μελέτη του θεάτρου για παιδιά και νέους. Παράτησα μάλιστα και ένα διδακτορικό σε αυτόν τον τομέα, γιατί ένιωσα ότι προτιμώ να εκφραστώ σαν δημιουργός η ίδια από την επιστημονική προσέγγιση της λογοτεχνίας για παιδιά.

Η επαγγελματική ιδιότητα της φιλολόγου πάλι λειτούργησε σε εμένα ανασταλτικά όσον αφορά το γράψιμο, γι’ αυτό και άργησα αρκετά να γράψω. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις τον δάσκαλο, να είσαι συνηθισμένος να διορθώνεις γραπτά, να δουλεύεις και σε ένα βαθιά αντικαλλιτεχνικό σχολείο, όπως είναι το σημερινό Γυμνάσιο και κυρίως το Λύκειο και να εκφράζεσαι δημιουργικά.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Είσαι μικρός και δε χωράς»;

Είχε μόλις πεθάνει ο Μίκης Θεοδωράκης κι άκουγα στο δρόμο την Όμορφη πόλη. Ένας μαθητής Γυμνασίου χτυπούσε σουτάκια σε μια μπασκέτα μέσα σε μια άδεια αυλή σχολείου. Αυτή ήταν η στιγμή που ξεκίνησε το «Είσαι μικρός και δε χωράς».

Γιατί επιλέξατε έναν δωδεκάχρονο ήρωα σε αυτή τη συγκεκριμένη ηλικιακή μετάβαση;

Γιατί είναι πάνω κάτω η στιγμή που δεν είσαι πια παιδί, αλλά ούτε κι αρκετά μεγάλος. Κι ενώ για τους γονείς είσαι ακόμα μικρός, εσύ βιάζεσαι να μεγαλώσεις, να φύγεις, να ζήσεις.

Ο Λούκα νιώθει ότι «δεν χωρά» πουθενά. Πόσο συχνό είναι αυτό το συναίσθημα στα παιδιά σήμερα;

Νομίζω ότι οι περισσότεροι έφηβοι νιώθουν, όπως ο ήρωας, να μην χωράνε κατ’ αρχήν στο σώμα, τους που μέρα με τη μέρα αλλάζει. Πολλοί ασφυκτιούν μέσα στον οικογενειακό κλοιό, αλλά και στο σχολείο στη γειτονιά ή στην πόλη τους. Εν ολίγοις στην εφηβεία δε χωράς πουθενά, το έχουν θέσει και οι Τρύπες πολύ ωραία.

Υπάρχουν στοιχεία του ήρωα που σας είναι προσωπικά οικεία;

Το αίσθημα του μη ανήκειν του Λούκα το αναγνωρίζω κατ’ αρχήν σαν στοιχείο της δικής μου εφηβείας. Ήμουν παιδί που βαριόταν εύκολα στο σχολείο, δυσανασχετούσα με τους γονεϊκούς κανόνες και ξέφευγα απ’ ότι με καταπίεζε διαβάζοντας εξωσχολικά βιβλία και ακούγοντας μουσική.

Τι θεωρείτε ότι δυσκολεύει περισσότερο τα παιδιά στη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην εφηβεία;

Είναι πολύ ζόρικο από τη μια να πρέπει να διαχειριστείς το σώμα και τα συναισθήματά σου, να βρεις τον εαυτό σου και κάπου να ανήκεις κι από την άλλη να έχεις να αντιμετωπίσεις τις αυξημένες απαιτήσεις των ενηλίκων για επιτυχία στο σχολείο, στις δραστηριότητες, στην κοινωνική ζωή. Αν βάλουμε στην εξίσωση και την σημερινή κυριαρχία της οθόνης και των social media, γίνεται δύσκολη διαδικασία αυτή η μετάβαση όσο και συναρπαστική.

Πώς μπήκε ο Μίκης Θεοδωράκης και η μουσική του στην καρδιά της ιστορίας;

Ο Μίκης Θεοδωράκης και η μουσική του είναι εθνική μας κληρονομιά, την κουβαλούν κι οι σημερινοί έφηβοι κι ας μην τη γνωρίζουν. Ήθελα κάπως να την φέρω στα μέτρα τους. Κάθε κεφάλαιο έχει για τίτλο ένα τραγούδι του, ωστόσο δεν είναι ένα βιβλίο για τον Θεοδωράκη, αλλά για την αναζήτηση ταυτότητας. Θα έλεγα ότι η μουσική του είναι σαν σάουντρακ του βιβλίου και άκουγα ξανά και ξανά κάποια τραγούδια ενώ το έγραφα.

Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί ακόμα να λειτουργήσει ως «οδηγός» για τους νέους;

Η Τέχνη μπορεί να μην έχει καταφέρει ακόμα να σώσει τον κόσμο, αλλά έχει αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων κάθε ηλικίας. Για τον Λούκα πάντως και η λογοτεχνία και η μουσική είναι τόσο παρηγοριά όσο και οδηγός επιβίωσης.

Τι ρόλο παίζει η Θεσσαλονίκη στο βιβλίο; Είναι απλώς φόντο ή κάτι περισσότερο;

Η Θεσσαλονίκη είναι το σκηνικό του «Είσαι μικρός και δε χωράς» και ο ήρωας αναφέρεται σ’ αυτήν στην αρχή ειρωνικά σαν «όμορφη πόλη». Ο μικρός Λούκα ζει στη λιγότερο φωτογραφισμένη πλευρά της Θεσσαλονίκης. Παλιός Σταθμός, Εύοσμος, στενοί δρόμοι πάνω απ’ την Βασιλίσσης Όλγας. Κι ενώ η πόλη στην αρχή είναι ένα ακόμη πλαίσιο καταπίεσης γι’ αυτόν και ονειρεύεται ταξίδια μακρινά, θα την αναγνωρίσει τελικά σαν δική του πόλη, όταν θα βρει τη σύνδεση με τους άλλους και με τον εαυτό του.

Πώς βλέπετε τη σύγχρονη πόλη μέσα από τα μάτια ενός παιδιού;

Δεν μπορώ να απαντήσω πώς την βλέπει ένα παιδί. Από τη δική μου οπτική γωνία βλέπω μια πόλη που δεν είναι φιλική στα παιδιά, γιατί δεν είναι καθαρή και πράσινη και κινδυνεύεις να σκοτωθείς αν κυκλοφορείς με ποδήλατο. Λείπουν οι μεγάλοι, ανοιχτοί χώροι για παιχνίδι κι επαφή με τη φύση, τα σχολικά κτίρια δεν είναι καθόλου ελκυστικά και απουσιάζουν οι συνθήκες που θα επέτρεπαν μια βιωματική σχέση των παιδιών με τα μνημεία και το παρελθόν της Θεσσαλονίκης.

Το βιβλίο μιλά και για τη σχέση παιδιών και γονιών. Τι θεωρείτε ότι συχνά δεν ακούν οι μεγάλοι;

Οι μεγάλοι είμαστε συνηθισμένοι περισσότερο να μιλάμε (συχνά σε ρόλο φωτεινού παντογνώστη) και λιγότερο να ακούμε. Κι όπως έγραψε ο Εξυπερί, «όταν τους μιλάς για έναν καινούριο φίλο, δε ρωτάνε ποτέ τα ουσιώδη. Δε λένε ποτέ πώς είναι η φωνή του, τι παιχνίδια του αρέσουν, αλλά πόσα κερδίζει ο πατέρας του». Θα έλεγα λοιπόν, πώς συχνά δεν ακούμε (γιατί και εγώ στους μεγάλους ανήκω) αυτά που θέλουν να μοιραστούν τα παιδιά χωρίς να τα ρωτήσουμε εμείς.

Πώς βλέπετε τον ρόλο του σχολείου στη ζωή των παιδιών σήμερα;

Σήμερα τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από έτοιμη γνώση, την οποία έτσι κι αλλιώς μπορούν να βρουν σε λίγα λεπτά. Έχουν όμως μεγάλη ανάγκη από κουβέντα, από εκπαίδευση στην κριτική σκέψη και στην ενσυναίσθηση. Μέσα σ’ έναν κόσμο έντονης βίας –ψηφιακής και μη- το σχολείο οφείλει να είναι τόπος ηρεμίας και αποδοχής. Τα παιδιά έχουν ανάγκη από ένα σχολείο που διαβάζει τον κόσμο γύρω τους κι όχι απλώς μια ύλη για εξετάσεις. Σε διαφορετική περίπτωση το βαριούνται και το απαξιώνουν και δεν έχουν άδικο.