Μεγάλοι Έρωτες – Μιμήκος και Μαίρη: «Οι εν ουρανώ ερασταί»
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Έρωτας
«Ελθέ σήμερον την πρωίαν εις τας ένδεκα εις την Ακρόπολιν. Είμαι πλέον απελπισμένη. Αν δεν έλθης αυτοκτονώ»
Στην Αθήνα του 19ου αιώνα, γράφτηκε μία από τις πιο τραγικές και σπαρακτικές ιστορίες αγάπης που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για την ελληνική εκδοχή του σαιξπηρικού «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», καθώς ο Μιχαήλ Μιμήκος και η Μαίρη Βέμπερ έζησαν έναν έρωτα απόλυτο, που έμελλε να σφραγιστεί από ένα τραγικό τέλος.
Εκείνος είναι 22 ετών, δόκιμος στρατιωτικός γιατρός, σεμνός και ευγενικός. Εκείνη, 21 ετών, μια όμορφη Γερμανίδα γκουβερνάντα του παλατιού, υπεύθυνη για την ανατροφή του μικρού πρίγκιπα Γεωργίου. Η Μαίρη, μαζί με μια ακόμα γκουβερνάντα από την Αγγλία, περνά πολλές ώρες στον Βασιλικό Κήπο προκειμένου να απασχολούν δημιουργικά τον μικρό πρίγκιπα. Εκεί συναντά τον Μιχαήλ Μιμήκο και η γνωριμία τους μετατρέπεται σε έναν μεγάλο και απόλυτο έρωτα.
Παρά τη γλωσσική απόσταση -εκείνος δεν γνωρίζει γερμανικά και εκείνη ελληνικά- βρίσκουν τρόπο να επικοινωνούν μέσα από επιστολές. Για επτά μήνες ζουν έναν κρυφό έρωτα. Δίνουν μυστικά ραντεβού και ανταλλάσσουν γράμματα και υποσχέσεις.
Η Μαίρη, αντιλαμβανόμενη πως η σχέση τους δεν μπορεί να παραμείνει κρυφή, ζητά την άδεια του πατέρα της για να παντρευτεί τον αγαπημένο της. Η απάντηση είναι αρνητική. Ο πατέρας της αρνείται κατηγορηματικά να δώσει την συγκατάθεσή του.
Απελπισμένη, η νεαρή κοπέλα αρχίζει να γράφει γράμματα στον αγαπημένο της, ζητώντας του να συναντηθούν και να αποφασίσουν μαζί τι θα κάνουν. Εκείνος όμως δεν λαμβάνει κανένα. Είναι άρρωστος και απουσιάζει για μέρες από το νοσοκομείο, όπου καταλήγουν όλες οι επιστολές της. Καμία απάντηση δεν φτάνει ποτέ στα χέρια της Μαίρης.
Η σιωπή γίνεται για εκείνη προδοσία.
Στις 23 Φεβρουαρίου 1893, η Μαίρη στέλνει το τελευταίο της γράμμα. Μοιάζει με τελεσίγραφο: «Ελθέ σήμερον την πρωίαν εις τας ένδεκα εις την Ακρόπολιν. Είμαι πλέον απελπισμένη. Αν δεν έλθης αυτοκτονώ».
Πράγματι, το επόμενο πρωί, στις 24 Φεβρουαρίου 1893, η Μαίρη πηγαίνει στην Ακρόπολη. Περιμένει αλλά ο αγαπημένος της δεν εμφανίζεται ποτέ. Λίγα λεπτά αργότερα, πέφτει στο κενό. Μεταφέρεται βαριά τραυματισμένη στο στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου και αφήνει την τελευταία της πνοή.
Την ίδια μέρα, ο Μιμήκος μετά από μέρες ασθένειας, πηγαίνει στο νοσοκομείο, όπου εργάζεται. Παραλαμβάνει τα γράμματα της αγαπημένης του, αλλά πριν προλάβει να τα διαβάσει, παρατηρεί ασυνήθιστη κίνηση στο κτήριο. Πληροφορείται για το θάνατο μιας κοπέλας. Όταν αντικρίζει την νεκρή και διαπιστώνει ότι είναι η αγαπημένη του Μαίρη, καταρρέει. Υπόσχεται ότι θα τη συναντήσει.
Μετά την απώλεια της αγαπημένης του, ο Μιμήκος είναι υπό την επίβλεψη του αδελφού του. Τις πρώτες πρωινές ώρες προσποιείται ότι αισθάνεται ρίγη και του ζητά επιπλέον σκεπάσματα. Μόλις μένει μόνος του, βγάζει το πιστόλι που κρύβει κάτω από το στρώμα και αυτοπυρπολείται στην καρδιά.
Οι δύο νέοι κηδεύονται με διαφορά λίγων ωρών. Αρχικά χωριστά. Λίγες ημέρες αργότερα όμως, οι φίλοι του Μιμήκου τον μεταφέρουν δίπλα στη Μαίρη, αφήνοντας σημείωμα: «Ωρκίσθημεν να σας ενώσωμεν οι φίλοι σου και ιδού».
Ο έρωτάς τους δεν έσβησε με το τραγικό τους τέλος. Πέρασε από γενιά σε γενιά μέσα από τραγούδια, κινηματογραφικές μεταφορές και αφηγήσεις που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη τους. Η ιστορία τους έγινε σύμβολο μιας αγάπης απόλυτης. Μιας αγάπης που αποδείχθηκε ισχυρότερη από τη ζωή, αλλά ανήμπορη απέναντι στη μοίρα.