Τα κόκκινα φανάρια της Θεσσαλονίκης (ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ)
Μια «βόλτα» στο χτες και στο σήμερα στον Βαρδάρη - Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ξαφνική έκδοση του theopinion.gr ΑΦΟΡΜΗ Ο Έρωτας
Μια βόλτα στο χτες και στο σήμερα του αγοραίου έρωτα στη Θεσσαλονίκη, με τη βοήθεια του Γιώργου Τσιτιρίδη
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
H νύχτα στα Σφαγεία και στις γνωστές πιάτσες της Γιαννιτσών και των κάθετων σε αυτή δρόμων πέφτει διαφορετικά απ’ ότι στο υπόλοιπο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα κόκκινα φώτα ανάβουν και οι νέον επιγραφές που προσκαλούν για μία γεύση του αγοραίου έρωτα μετατρέπουν την -μέχρι πρότινος- ερημική περιοχή σε ένα μικρό «Λας Βέγκας».

Λίγα μέτρα μακριά, κορίτσια και αγόρια κάνουν πεζοδρόμιο, ενώ αυτοκίνητα κόβουν ταχύτητα για μια βιαστική ματιά που θα κρίνει εάν ο οδηγός βρήκε το άτομο με το οποίο θα απολαύσει τον έρωτα στο στενό ή και σε κάποιο από τα πολλά ξενοδοχεία ημιδιαμονής στην ευρύτερη περιοχή. Άλλοι επιδιώκουν μερικές μικρές στιγμές ηδονής μέσα στο όχημα, σε κάποιο σκοτεινό μέρος, ενώ άλλοι απλώς προσπερνούν βιαστικά κοιτάζοντας φευγαλέα.
Μία «πόλη» δίπλα στην πόλη με δικούς της άγραφους κανόνες.
Κι όμως, οι Θεσσαλονικείς -και όχι μόνο- γνωρίζουν καλά πως η «καρδιά» του έρωτα στη Θεσσαλονίκη δεν «χτυπούσε» πάντα εδώ. Η περιοχή που έχει κερδίσει -μάλλον επάξια- τον τίτλο της αιώνιας γειτονιάς του έρωτα είναι ο Βαρδάρης.
Και αυτό όχι μόνο γιατί εκεί ήδη πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο «χτυπούσε» η καρδιά του αγοραίου έρωτα στην πόλη, αλλά γιατί μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν μαζί του δημιουργήθηκε μία περιοχή που συνδύαζε το λιμάνι, εργάτες, τα ΚΤΕΛ, δημόσιες υπηρεσίες, ταξιδιώτες, «σπίτια» με κόκκινα φωτάκια, καμπαρέ, τρανς πιάτσες, γκέι μπαρ. Μια γειτονιά που δεν κοιμόταν ποτέ, μια γειτονιά που δημιουργήθηκε στην άκρη της τότε πόλης -σαν παραδοχή της αναγκαιότητας ύπαρξής της, αλλά και ως «προάγγελος» για την παντοτινή της θέση.
Σήμερα, ελάχιστα θυμίζουν εκείνη την εποχή. Τα σινεμά με τις ερωτικές ταινίες έκλεισαν, τα σπίτια με τα κόκκινα φωτάκια έγιναν αποθήκες εμπορευμάτων, διαμερίσματα και Airbnb. Η περιοχή αλλάζει με επενδύσεις και αναπλάσεις, έχοντας πάντα έναν υποβόσκοντα ερωτισμό σχεδόν μιας κυρίας που αν και τα χρόνια έχουν αφαιρέσει από το παρουσιαστικό της, το sex appeal της είναι εκεί.
Το σημείο μηδέν
Ο Βαρδάρης δεν έγινε τυχαία η πιο ερωτική γεπονιά της Θεσσαλονίκης. Από τα βυζαντινά ακόμη χρόνια αποτελούσε τη δυτική πύλη της πόλης, το σημείο όπου κατέληγαν ταξιδιώτες, έμποροι και καραβάνια πριν περάσουν στη Σελανίκ. Εδώ ήταν το σημείο μηδέν. Εδώ ξεκινούσε Η τελείωνε το ταξίδι.
Γύρω από την περιοχή λειτουργούσαν χάνια, χαμάμ, καφενεία και μικρές αγορές. Μαζί με το εμπόριο, τις μεταφορές και τη διαρκή ανθρώπινη κίνηση, ήρθε σταδιακά και ο αγοραίος έρωτας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η περιοχή της Μπάρας, κοντά στις δυτικές πύλες, είχε ήδει από κτήσει τη φήμη της «αμαρτωλής» συνοικίας της Θεσσαλονίκης. Ο Ηλίας Πετρόπουλος θα την χαρακτηρίσει αργότερα ως στη μεγαλύτερη πορνοσύναξη της Ευρώπης», ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν χιλιάδες στρατιώτες της Στρατιάς της Ανατολής αποβιβάστηκαν στην πόλη.
Στα στενά γύρω από τις οδούς Αφροδίτης, Ταντάλου και Βάκχου, τα χαμηλά «σπίτια» με τις περίπου 3.000 γυναίκες από ολόκληρη την Ευρώπη άναβαν κάθε βράδυ τα κόκκινα φώτα τους. Στρατιώτες, ναυτικοί, εργάτες, ταξιδιώτες και περαστικοί συνωστίζονταν έξω από τις πόρτες ή στα δεκάδες καφενεία της περιοχής που λειτουργούσαν ως άτυπες καίθουσες αναμονής». Η περιοχή λειτουργούσε μέρα-νύχτα, ενώ καβγάδες και φωνές ανυπόμονων -και συχνά μεθυσμένων- πελατών συχνά αναστάτωναν τη γειτονιά.
Μια γειτονιά που δεν κοιμόταν ποτέ
Οι δεκαετίες συνέχιζαν να διαδέχονται η μια την άλλη και ο Βαρδάρης συνέχισε να ζει -όπως πάντα στην άκρη της πόλης, αλλά με την αυτονομία που τον χαρακτήριζε εν τη γενέσει του. Τα ΚΤΕΛ της Θεσσαλονίκης -πλην αυτού της Χαλκιδικής- στεγαζόταν σε ισόγεια καταστήματα -όπως συμβαίνει ακόμη σε αρκετές επαρχιακές πόλεις- και ο Παλιός Σιδηροδρομικός Σταθμός βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από την «καρδιά» της περιοχής, φέρνοντας συνεχώς κόσμο στον Βαρδάρη. Παράλληλα, οι υπηρεσίες μεταξύ των οποίων και τα Δικαστήρια, αλλά και οι νταλικέριδες στο λιμάνι, μετέπειτα οι μεταφορικές εταιρίες που άρχισαν να ανοίγουν η μία μετά την άλλη, το συνεργεία, τα σιδεράδικα και τα μαγαζιά ανταλλακτικών, κρατούσαν ζωντανή την περιοχή καθ’ όλο το 24ωρο.

Οι καφετέριες γέμιζαν το πρωί από δικηγόρους, οδηγούς και επισκέπτες των υπηρεσιών, ενώ λίγες ώρες αργότερα φιλοξενούσαν παρέες νεαρών ντόπιων ή και επαρχιωτών- λίγο πριν την πρώτη τους ερωτική εμπειρία. Λίγα μέτρα μακριά μοναχικοί κύριοι, αλλά και ζευγάρια έμπαιναν βιαστικό στα -ευρέως γνωστά- τσοντάδικα για προβολή ταινίας, οι μαρκίζες των καμπαρέ προσέλκυαν θαμώνες, τα γκέι μπαρ γέμιζαν από ανθρώπους κάθε ηλικίας που αναζητούσαν μια ασφαλή ζώνη για να εκφραστούν, οι παλιές τρανς πιάτσες μετακινήθηκαν από την Βαλαωρίτου και τα Δικαστήρια στη στροφή του Μύλου και αργότερα προς τη Γιαννιτσών, διευρύνοντας την ακτίνα της μπουρδελότσαρκας.
Στο πατσατζίδικο «Μέγας Αλέξανδρος» δεν έπεφτε καρφίτσα, δίπλα σε αυτό το νυχτερινό κέντρο που φιλοξένησε τραγουδίστριες όπως η Μαρμαρινού και η Βιολάντη πρόσθεταν στην ταυτότητα της περιοχής, μαζί με το Σεχραζάτ, τους «Άγγελους του Τσάρλι», το Belamie -που πέραν της βασικής του δραστηριότητας, διοργάνωνε νύχτες σόου- και δεκάδες ακόμη μαγαζιά.

Η αρχή του τέλους
Από τη δεκαετία του ’90 και κυρίως μετά το 2000, η περιοχή ξεκίνησε να αλλάζει βίαια αρχικά με την απομάκρυνση των ΚΤΕΛ, την ανάπτυξη ξενοδοχείων, τη δημιουργία νέων διοικητικών κτιρίων και τις επενδύσεις που άρχισαν να γίνονται σταδιακά στη δυτική είσοδο της πόλης και μετασχημάτισαν σταδιακά τον Βαρδάρη.
Οι άδειες των οίκων ανοχής δεν ανανεώθηκαν ποτέ, τα άλλοτε σπίτια με το κόκκινο φωτάκι έγιναν αποθήκες ή καταστήματα τα σινεμά με τις ροζ προβολές ξεκίνησαν να κλείνουν το ένα μετά άλλο και μόνο οι επιγραφές τους μαρτυρούν πλέον σε μια ολόκληρηρη γενιά που αγνοεί βασικά στοιχεία της ταυτότητας της περιοχής για το παρελθόν της.

Η σεξεργασία, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκε. Μεταφέρθηκε δυτικότερα, στα Σφαγεία και γύρω από τη Μοναστηρίου σε περιοχες πιο σκοτεινές, πιο απομονωμένες, λιγότερο «ορατές» για την πόλη. Το εγχείρημα της δημιουργίας της «Γειτονιάς του Έρωτα» «σκόνταψε» στην ανάπτυξη της περιοχής, όπου σήμερα συνυπάρχουν ξενοδοχεία, logistics, αποθήκες και τα studios του τόσο άναρχα και ανομοιόμορφα άρχισαν να ανοίγουν στην περιοχή.
Ο Βαρδάρης σε αναζήτηση νέας ταυτότητας
Ο Βαρδάρης σήμερα μοιάζει με μία γειτονιά χωρίς ταυτότητα, σαν έναν έφηβο -ή καλύτερα σαν έναν άνδρα σε κρίση μέσης ηλικίας. Γνωρίζει ποιος είναι βαθιά μέσα του, όμως οι Σειρήνες της εξέλιξης και της νέας εποχής τον παρασύρουν να… πειραματιστεί.
Μπορεί σήμερα να μοιάζει «μπερδεμένος» ανάμεσα σε ξενοδοχεία, άδεια ισόγεια, μια μικρή εμπορική China Town και παλιά συνεργεία, όμως η μνήμη παραμένει. Είναι οι ιστορίες που ταξιδεύουν στόμα με στόμα, οι μικρές λεπτομέρειες σε κάποια πρόσοψη, ταμπέλες που δεν έχουν ακόμη ξηλωθεί και κυρίως οι άνθρωποι που τον έχουν ζήσει.
Εκείνοι που συντηρούν -είτε το προσπαθούν είτε είναι απλώς κινητοί φορείς της ιστορίας του- το πιο αμφιλεγόμενο, αλλά και το πιο ζωντανό κομμάτι της Θεσσαλονίκης.
Γιατί οι πόλεις δεν χτίζονται μόνο με «ανάπτυξη» και αναπλάσεις, αλλά και από όσα προσπαθούν εναγωνίως να κρύψουν…