Η νέα εποχή των ελληνικών εξαγωγών ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη

Aρθρογραφεί στο TheOpinion και στην ειδική έκδοση ΤΗΙΝΚ με αφορμή την 90ή ΔΕΘ ο Θεμιστοκλής Σαρασίδης, Πρόεδρος Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος

Η νέα εποχή των ελληνικών εξαγωγών ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη

Aρθρογραφεί στο TheOpinion και στην ειδική έκδοση ΤΗΙΝΚ με αφορμή την 90ή ΔΕΘ ο Θεμιστοκλής Σαρασίδης, Πρόεδρος Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί διαχρονικά το σημαντικότερο βήμα δημόσιου διαλόγου για την οικονομία, την επιχειρηματικότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Για τη Θεσσαλονίκη, όμως, η ΔΕΘ είναι κάτι περισσότερο από ένας ετήσιος θεσμός. Είναι η ευκαιρία να αναδείξει τον ιστορικό της ρόλο ως επιχειρηματικού, εμπορικού και εξαγωγικού κέντρου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και να επιβεβαιώσει ότι μπορεί να πρωταγωνιστήσει στη νέα αναπτυξιακή πορεία της Ελλάδας.

Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή. Οι ελληνικές εξαγωγές διαγράφουν μία εξαιρετική πορεία το 2026, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωστρέφεια αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Η θετική αυτή δυναμική, ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Το διεθνές εμπόριο εισέρχεται σε μια νέα εποχή, στην οποία ο προστατευτισμός ενισχύεται, οι γεωπολιτικές εξελίξεις αναδιαμορφώνουν τις εμπορικές ροές και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες επανασχεδιάζονται.

Οι δασμολογικές πολιτικές, η ενεργειακή ασφάλεια, οι απαιτήσεις της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, αλλά και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός δημιουργούν ένα απαιτητικότερο περιβάλλον για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Σε αυτό το νέο τοπίο, η επιτυχία δεν θα εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, αλλά και από την αποτελεσματικότητα των υποδομών, την ταχύτητα των μεταφορών, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και την ικανότητα διείσδυσης σε νέες αγορές. Η Ελλάδα οφείλει να προετοιμαστεί εγκαίρως, επενδύοντας στους παράγοντες που θα της επιτρέψουν να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε ευκαιρίες για μεγαλύτερη εξωστρέφεια.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Θεσσαλονίκη διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό διεθνή κόμβο εμπορίου, μεταφορών και logistics. Η αναβάθμιση του λιμένα και ιδιαίτερα η υλοποίηση της 6ης Προβλήτας, η αξιοποίηση του πρώην στρατοπέδου Γκόνου ως σύγχρονου εμπορευματικού κέντρου, η ολοκλήρωση του Flyover, η λειτουργία του Μετρό και η αναβάθμιση των οδικών και σιδηροδρομικών συνδέσεων συνιστούν έργα στρατηγικής σημασίας. Δεν αποτελούν απλώς μεγάλες επενδύσεις στις υποδομές, αλλά κρίσιμες προϋποθέσεις για τη μείωση του κόστους μεταφορών, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την ενίσχυση της ελκυστικότητας της Βόρειας Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού.

Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη διαθέτει ένα ιδιαίτερα δυναμικό οικοσύστημα επιχειρήσεων, πανεπιστημίων, ερευνητικών φορέων και ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η εξωστρέφεια δεν αφορά πλέον μόνο την αύξηση των εξαγωγών. Αφορά τη συμμετοχή της χώρας στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, την αξιοποίηση της τεχνολογίας, τη δημιουργία ισχυρών εμπορικών σημάτων και τη διαμόρφωση ενός παραγωγικού μοντέλου που θα βασίζεται στη γνώση, την καινοτομία και τη βιωσιμότητα.

Ως νέα διοίκηση του ΣΕΒΕ – Συνδέσμου Εξαγωγέων, φιλοδοξούμε να συμβάλουμε ενεργά σε αυτή την προσπάθεια. Προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας των ελληνικών επιχειρήσεων, η υποστήριξη της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, η ανάδειξη νέων αγορών και η διαμόρφωση ενός σταθερού και ανταγωνιστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, θα συνεχίσουμε να καταθέτουμε τεκμηριωμένες προτάσεις για τη βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων και την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών εμποδίων που περιορίζουν την ανάπτυξη.

Η Θεσσαλονίκη μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το κέντρο της ελληνικής εξωστρέφειας. Διαθέτει γεωγραφική θέση, υποδομές που αναπτύσσονται, επιχειρηματικό δυναμικό και διεθνή προοπτική για να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στα Βαλκάνια και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αξιοποίηση αυτού του συγκριτικού πλεονεκτήματος δεν αποτελεί μόνο μια περιφερειακή επιδίωξη. Είναι μια εθνική αναπτυξιακή επιλογή που μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, να δημιουργήσει νέες επενδύσεις, ποιοτικές θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη ευημερία για τη χώρα συνολικά.