Ζητείται αντίπαλος

Γράφει ο Πασχάλης – Αλέξανδρος Τεμεκενίδης Διευθυντής Ερευνών Palmos Analysis

Ζητείται αντίπαλος

Γράφει ο Πασχάλης – Αλέξανδρος Τεμεκενίδης Διευθυντής Ερευνών Palmos Analysis

Ζούμε σε μια περίοδο γεμάτη πολιτικά παράδοξα.

Η Κυβέρνηση έχει ήδη εισέλθει στον όγδοο χρόνο διακυβέρνησης της χώρας, αντιμετωπίζοντας συνεχείς κρίσεις: πρώτα η υγειονομική λόγω της πανδημίας COVID-19, στη συνέχεια η ενεργειακή, λόγω των διαδοχικών πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία και στην Μέση Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, η ακρίβεια καλπάζει χωρίς καμιά προοπτική αποκλιμάκωσης – στο ορατό τουλάχιστον μέλλον – και με την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών να την αναφέρουν ως το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν (67% στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων μηνών).

Περαιτέρω, 6 στους 10 θεωρούν ότι η Κυβέρνηση ευθύνεται κυρίως για την ακρίβεια στην χώρα, έναντι 3 στους 10 που αποδίδουν την κύρια ευθύνη στις διεθνείς εξελίξεις και την γεωπολιτική αναταραχή και μόλις 1 στους 14 που «δείχνουν» ως υπεύθυνες τις επιχειρήσεις. Μάλιστα, περίπου 2 στους 3 (63%) επιλέγουν ως ένα από τα δύο βασικότερα κριτήρια για την επιλογή τους στις επόμενες εκλογές την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Τέλος, το 62% θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς λανθασμένη κατεύθυνση και μόλις το 33% θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Μετά από όλα αυτά θα περίμενε κανείς η αντιπολίτευση να καλπάζει προς νίκη στις επόμενες εκλογές. Όμως μόνο αυτό δεν συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Η ΝΔ διατηρεί στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής ένα ποσοστό περί το 30% και προηγείται με σχεδόν 15 ποσοστιαίες μονάδες του κοντινότερου κόμματος της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης (αυτή τη στιγμή η ΕΛ.Α.Σ του πρώην Πρωθυπουργού κ. Τσίπρα). Μάλιστα, φαίνεται ότι η βασική μάχη που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στον χώρο της αντιπολίτευσης – της κεντροαριστερής ειδικότερα – είναι αυτή της δεύτερης θέσης, ειδικά μετά την μείωση της διαφοράς μεταξύ ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. – ΚΙΝ.ΑΛ. σε επίπεδο ακόμα και κάτω από τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Κι εδώ ξεκινάει άλλο ένα πολιτικό παράδοξο: αντί τα όμορα – τουλάχιστον σε επίπεδο σύνθεσης της εκλογικής τους βάσης – κόμματα της κεντροαριστεράς να συγκλίνουν προκειμένου να διαμορφώσουν έναν ανταγωνιστικό προς την ΝΔ πόλο, μάλλον εντείνουν την αντιπαράθεσή τους, θέτοντας στην πραγματικότητα ως βασικό στόχο την κατάκτηση της δεύτερης θέσης και την κυριαρχία στον χώρο αυτό.

Ζητείται λοιπόν αντίπαλος για μια Κυβέρνηση που είναι στριμωγμένη στα σχοινιά του εκλογικού ρινγκ αλλά δεν βρίσκεται κάποιος να της δώσει το καθοριστικό χτύπημα. Και όσο η ΝΔ διατηρεί την επιρροής της περί το 30%, έχει δικαίωμα να ελπίζει ότι μπορεί να διεκδικήσει μια τρίτη Κυβερνητική θητεία, αν όχι αυτοδύναμα, έστω και με μια μικρότερη ή μεγαλύτερη στήριξη από κάποιον τρίτο (σήμερα όλα τα κόμματα αποκλείουν μια τέτοια σύμπραξη αλλά συχνά το εκλογικό αποτέλεσμα φέρνει αλλαγή στάσης και απρόβλεπτες συμμαχίες την επόμενη μέρα των εκλογών).

Μπορεί να αισθάνεται η Κυβέρνηση ασφαλής με το double score απέναντι στους διώκτες της; Ασφαλώς και όχι. Οι επιδόσεις της στα ποιοτικά ερωτήματα είναι προβληματικές: μόνο στον τομέα «ανάπτυξη/δουλειές» συγκεντρώνει οριακά περισσότερες προτιμήσεις από το επίπεδο εκλογικής της επιρροής έναντι των κύριων ανταγωνιστών της για την επόμενη θητεία (ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ. – ΚΙΝ.ΑΛ.), ενώ βρίσκεται κάτω από την εκτιμώμενη εκλογική της επιρροή στον τομέα «αντιμετώπιση ακρίβεια/πληθωρισμού», που αποτελεί το Νο 1 κριτήριο επιλογής για τις επόμενες εκλογές με βάση τις απαντήσεις στην έρευνα. Παράλληλα, στον τομέα «δικαιοσύνη/διαφάνεια», που αποτελεί το Νο 2 κριτήριο επιλογής ψήφου, βρίσκεται πολύ κάτω ακόμα και από την επίδοσή της στην πρόθεση ψήφου. Στην πραγματικότητα η ΝΔ χρωστάει το προβάδισμά της περισσότερο στην αδυναμία ή ανικανότητα των δύο βασικών κομμάτων της αντιπολίτευσης με Κυβερνητικές φιλοδοξίες (της ΕΛ.Α.Σ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – ΚΙΝ.ΑΛ.) να πείσουν ένα δυσαρεστημένο εκλογικό σώμα ότι αποτελούν εναλλακτική λύση, αλλά και στην προοπτική ακυβερνησίας που συσπειρώνει ένα μέρος του εκλογικού σώματος, παρά στις Κυβερνητικές της επιδόσεις, ειδικά στον κρίσιμο τομέα της αντιμετώπισης της ακρίβειας και της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης.

Εν κατακλείδι, ζητείται αντίπαλος για την Νέα Δημοκρατία. Όχι γιατί η ίδια τα πάει καλά – κάθε άλλο, δείχνει να έχει απολέσει το 25% της εκλογικής της δύναμης του 2023 – αλλά γιατί οι “απέναντι” δεν έχουν καταφέρει ακόμα να εκμεταλλευτούν την φθορά της και να σχηματοποιήσουν μια πειστική – σε επίπεδο λύσεων και προσώπων – εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.