To ξεκάθαρο μήνυμα του πρωθυπουργού: Δε χρειαζόμαστε επιδιαιτητές στα ελληνοτουρκικά

To ξεκάθαρο μήνυμα του πρωθυπουργού: Δε χρειαζόμαστε επιδιαιτητές στα ελληνοτουρκικά
Συνέντευξη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και στον δημοσιογράφο και διευθυντή της εφημερίδας "Καθημερινή" Αλέξη Παπαχελά. Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026 (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/Γ.Τ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)

Με καθαρό μήνυμα ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος είναι «αυτοτελής» και δεν χωρά «επιδιαιτητές», αλλά και με ρεαλισμό ότι οι αυταπάτες περισσεύουν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ και τον Αλέξη Παπαχελά έβαλε στο τραπέζι το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Αθήνα βλέπει την επόμενη φάση των επαφών με την Τουρκία: χαμηλότερη ένταση όπου αυτό έχει επιτευχθεί, διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, αλλά μία και μόνη «μεγάλη διαφορά» ως αντικείμενο επίλυσης—την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.

Ο πρωθυπουργός προανήγγειλε ότι θα βρεθεί στην Άγκυρα «τις επόμενες εβδομάδες», προσδιορίζοντας μάλιστα χρονικά το ραντεβού με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πριν από τις 15 Φεβρουαρίου. Το στίγμα που έδωσε ήταν διπλό: από τη μία, η αξία της απευθείας επικοινωνίας —«μόνο καλό είναι» να μιλά κανείς απευθείας—και από την άλλη, η επίγνωση ότι η πρόοδος δεν μετριέται με δηλώσεις προθέσεων, αλλά με το αν περιορίζονται έμπρακτα οι αιτίες έντασης και αν «καθαρίζει» το πεδίο για να συζητηθεί η ουσία.

Τα «κεκτημένα» της ύφεσης και το μεταναστευτικό

Κεντρικό σημείο της αποτίμησης ήταν ότι, μετά τη συμφωνία-πλαίσιο της Αθήνας πριν από δύο και πλέον χρόνια, υπάρχουν κεκτημένα που «δεν πρέπει να αμελούμε». Ο πρωθυπουργός στάθηκε στη μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, μιλώντας για «σημαντικότατο περιορισμό» παραβιάσεων και παραβάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου—μια επισήμανση που λειτουργεί ως «γραμμή βάσης» για το τι θεωρείται πρόοδος: λιγότερες εστίες τριβής στην καθημερινότητα, πιο ελέγξιμο επιχειρησιακό περιβάλλον και άρα περισσότερος χώρος για πολιτική διαχείριση.

«Μία και μόνο διαφορά»: ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα

Ακόμη τέθηκε το βασικό επιχείρημα της Αθήνας: η μείζων διαφορά με την Τουρκία είναι μία—η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειος. Και εδώ ο πρωθυπουργός έθεσε το «φρένο» με σαφήνεια: όσο η Άγκυρα προσθέτει στο «μενού» κι άλλα θέματα, η προοπτική περαιτέρω προόδου καθίσταται «δύσκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Το μήνυμα είναι ότι η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται διεύρυνση ατζέντας σε ζητήματα που αγγίζουν κυριαρχία ή επιχειρούν να δημιουργήσουν «πακέτο» διαπραγμάτευσης. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η κατηγορηματική άρνηση για συζήτηση περί «γκρίζων ζωνών» ή «αποστρατικοποίησης»: «δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση», τόνισε, φωτογραφίζοντας τα όρια του διαλόγου.

Το casus belli ως ευρωπαϊκό «χαρτί»

Ιδιαίτερο βάρος είχε η σύνδεση των ελληνοτουρκικών με το ευρωπαϊκό πεδίο. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι μια επίλυση της μεγάλης διαφοράς θα είχε «παράπλευρα οφέλη» για τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και να συμμετάσχει σε μελλοντικά προγράμματα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για την αμυντική της βιομηχανία. Το «αλλά» όμως ήταν κομβικό: όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία—κατά την ελληνική θέση—δεν μπορεί να αξιοποιεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και εδώ, ο κ. Μητσοτάκης επέμεινε ότι η στάση της Αθήνας «απέδωσε», παρά τις αμφισβητήσεις.

Στον πυρήνα αυτής της ανάγνωσης βρίσκεται μια στρατηγική ανταλλαγής: η Ελλάδα δεν «κλείνει» την πόρτα της ευρωτουρκικής προσέγγισης «στο διηνεκές», αλλά χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως μοχλό πίεσης ώστε η Τουρκία να εγκαταλείψει διεκδικήσεις που η Αθήνα χαρακτηρίζει άστοχες και αχρείαστες. Παράλληλα, έθεσε και το πολιτικό ερώτημα που συνοδεύει εδώ και δεκαετίες το θέμα: τι νόημα έχει μια απειλή πολέμου μεταξύ γειτόνων, ειδικά σε μια περιοχή ήδη επιβαρυμένη από κρίσεις;

NAVTEX, Κάσος και «μονομερές δικαίωμα» στα 12 μίλια

Στο κομμάτι των NAVTEX, ο πρωθυπουργός επανέλαβε την πάγια θέση περί παράνομου χαρακτήρα τους και ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα «δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν» για έργα όπως μια ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Για το επεισόδιο της Κάσου ήταν απόλυτος: δεν υπήρξε «εκκρεμότητα» ούτε δημιουργήθηκε «τετελεσμένο», παραπέμποντας ουσιαστικά στις διευκρινίσεις του υπουργείου Εξωτερικών.

Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η αναφορά στην επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο Πέλαγος, ως απόδειξη ότι η Ελλάδα έχει ήδη ασκήσει δικαίωμα που για δεκαετίες έμενε ανενεργό. Υπογράμμισε ότι το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 μίλια είναι «αναφαίρετο» και θα ασκηθεί «όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες», αποφεύγοντας να ανοίξει δημόσια περισσότερα για το Αιγαίο και τη ναυσιπλοΐα.

«Υπάρχει λύση», αλλά όχι με αμφισβήτηση κυριαρχίας

Στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει λύση, ο πρωθυπουργός είπε ότι υπάρχει—ακόμη και ως παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Όμως έθεσε τα προαπαιτούμενα με αυστηρότητα: όσο υφίσταται «θεωρία γκρίζων ζωνών», έστω και εμμέσως αμφισβήτηση κυριαρχίας, και όσο «επικρέμεται» απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε εκεί.

Κράτησε, πάντως, ως «θετικό»—έστω «δειλό»—σήμα τη δήλωση του Χακάν Φιντάν αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Άγκυρα ίσως εξετάζει να μην αναδεικνύει ορισμένα πάγια θέματα με την ίδια ένταση. «Περισσότερα» θα μπορεί να πει μετά τη συνάντηση με τον Ερντογάν.

Η «μεγάλη εικόνα»: Ισχύς χωρίς αυταπάτες

Το συνολικό αποτύπωμα της συνέντευξης συμπυκνώθηκε σε μια φράση: το ζητούμενο δεν είναι «τι έγινε στο παρελθόν», αλλά «τι γίνεται τώρα». Με τον πρωθυπουργό να επιμένει ότι η Ελλάδα δεν επένδυσε «στη στασιμότητα», αλλά κινείται—με θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και ενεργειακό ρόλο—και ταυτόχρονα εξοπλίζεται όχι «σε μόνιμη αντιδιαστολή» με την Τουρκία, αλλά ως υποχρέωση θωράκισης των Ενόπλων Δυνάμεων και ενίσχυσης της αποτροπής.

Με άλλα λόγια, ο κ. Μητσοτάκης περιέγραψε μια πολιτική «δύο ταχυτήτων»: καθημερινή διαχείριση για να διατηρείται η ύφεση και να παράγονται πρακτικά οφέλη, αλλά και σταθερές κόκκινες γραμμές στο επίπεδο κυριαρχίας—με το βασικό μήνυμα ότι ο διάλογος είναι χρήσιμος, όταν δεν υποκαθιστά την εθνική ισχύ και δεν θολώνει την ατζέντα της μίας, μοναδικής διαφοράς.