Ωραιόκαστρο: Το «τοξικό» αποτύπωμα μιας πυρκαγιάς που δεν τελειώνει με τις φλόγες
Η φωτιά που ξέσπασε στο Ωραιόκαστρο το βράδυ του Σαββάτου 4 Ιουλίου δεν ήταν μια ακόμη καλοκαιρινή δασική πυρκαγιά. Ήταν, όπως αποδεικνύεται από τη σύνθεση των μέχρι τώρα δημοσιευμάτων και τις παρεμβάσεις επιστημόνων, ένα βιομηχανικό περιβαλλοντικό ατύχημα με πολλαπλά, ταυτόχρονα μέτωπα ρύπανσης — στην ατμόσφαιρα, στο έδαφος, στο υπέδαφος και, ενδεχομένως, στα υπόγεια ύδατα μιας ολόκληρης περιοχής βόρεια της Θεσσαλονίκης.
Με τη βοήθεια ισχυρών βόρειων ανέμων, η φωτιά εξαπλώθηκε ραγδαία προς τα νότια, διέσχισε τα όρια του Δήμου Ωραιοκάστρου και έφτασε στη Ζώνη Παραγωγικών Δραστηριοτήτων της Ευκαρπίας και στον οικισμό της Φιλοθέης, στον Δήμο Παύλου Μελά. Εκεί, η φωτιά συνάντησε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από δέντρα και θάμνους: ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης γεμάτο πλαστικά, λάστιχα φορτηγών και αλουμίνιο, μια μονάδα επεξεργασίας λιπαντικών και πετρελαιοειδών, και μια βιοτεχνία υφασμάτων.
Και οι δύο δήμοι κηρύχθηκαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ, όπως επισημάνθηκε, πρόκειται ήδη για την τρίτη πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μέσα σε έναν χρόνο στην ευρύτερη περιοχή.
Ο καθηγητής Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, Νίκος Θωμαΐδης, εξήγησε δημόσια πως η καύση πλαστικών και άλλων οργανικών υλικών σε τέτοια κλίμακα απελευθερώνει χιλιάδες χημικές ενώσεις, αρκετές εκ των οποίων είναι ιδιαιτέρως τοξικές ή καρκινογόνες — πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, διοξίνες και φουράνια, πτητικές οργανικές ενώσεις, βαρέα μέταλλα και αιωρούμενα σωματίδια (PM2,5). Οι μετρήσεις το βράδυ του Σαββάτου στη Θεσσαλονίκη κατέγραψαν συγκεντρώσεις PM2,5 στα 50,89 μg/m³ και PM10 στα 59,39 μg/m³, σχεδόν διπλάσιες από τα επιτρεπτά όρια. Το νέφος δεν έμεινε τοπικό φαινόμενο: σύμφωνα με τον καθηγητή Θωμαΐδη, ανιχνεύθηκαν σωματίδια ακόμη και στην Αττική, ενώ αναφορές έκαναν λόγο για εξάπλωσή του μέχρι την Κόρινθο.
Αν η ατμοσφαιρική ρύπανση ήταν αυτή που έγινε ορατή και μετρήσιμη πανελλαδικά, η πιο σοβαρή και μακρόχρονη βλάβη, σύμφωνα με ειδικούς, είναι εκείνη που πλήττει το έδαφος, το υπέδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής. Η καύση λάστιχων φορτηγών, ειδικότερα, θεωρείται από τις πιο επιβαρυντικές για το έδαφος διεργασίες που μπορούν να συμβούν σε μια πυρκαγιά: το ελαστικό περιέχει θείο, carbon black, και μεταλλικά οξείδια —μόλυβδο, ψευδάργυρο, κάδμιο, χρώμιο— τα οποία, όταν καίγονται, δεν εξατμίζονται πλήρως αλλά καταλήγουν σε μια πυκνή, λιπαρή, μαύρη υπολειμματική μάζα (πυρολυτικό έλαιο και ανθρακούχο υπόλειμμα) που εμποτίζει το έδαφος στο σημείο της καύσης. Το πιεσμένο αλουμίνιο, από την πλευρά του, δεν καίγεται αλλά λιώνει σε υψηλές θερμοκρασίες, σχηματίζοντας μεταλλικά κατάλοιπα που ενσωματώνονται στο ίδιο σημείο. Το αποτέλεσμα είναι ότι το έδαφος ακριβώς κάτω και γύρω από το εργοστάσιο δεν δέχθηκε απλώς μια στρώση τέφρας, αλλά μια βαριά, συμπυκνωμένη επίστρωση καμένου υλικού με υψηλή περιεκτικότητα σε βαρέα μέταλλα και υδρογονάνθρακες.
Δίπλα στο εργοστάσιο ανακύκλωσης λειτουργούσε μονάδα επεξεργασίας ορυκτελαίων, λιπαντικών και πετρελαιοειδών, η καταστροφή της οποίας συνιστά ίσως το πλέον ανησυχητικό σημείο όσον αφορά την άμεση επιβάρυνση του εδάφους. Σε αντίθεση με τα στερεά υλικά του εργοστασίου ανακύκλωσης, τα λιπαντικά, ορυκτέλαια και τα πετρελαιοειδή είναι υγρά: όταν οι δεξαμενές και τα δοχεία αποθήκευσής τους εκτέθηκαν στη φωτιά, το περιεχόμενό τους είτε κάηκε επιτόπου είτε —σε μεγάλο βαθμό— διέρρευσε ανεξέλεγκτα στο έδαφος γύρω από τη μονάδα, πριν προλάβει να καεί εξ ολοκλήρου. Καμένα ή μη, τα ορυκτέλαια και τα πετρελαιοειδή κατάλοιπα διεισδύουν στο έδαφος πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο βαθιά από τα στερεά, καθώς είναι υγρά και ελαφρύτερα από το νερό — γεγονός που σημαίνει ότι απλώνονται οριζόντια πάνω από τυχόν υπόγεια ύδατα, αντί να αραιώνονται ή να εξατμίζονται.