«Ελπίδα ή περιπέτεια» το δίλημμα που θέτει ο πρωθυπουργός – Επίθεση στις «αντιφατικές υποσχέσεις» του ΠΑΣΟΚ και της Ελ.Α.Σ.

«Ελπίδα ή περιπέτεια» το δίλημμα που θέτει ο πρωθυπουργός – Επίθεση στις «αντιφατικές υποσχέσεις» του ΠΑΣΟΚ και της Ελ.Α.Σ.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Έντονο προεκλογικό άρωμα είχε η ομιλία του πρωθυπουργού στη συζήτηση στη Βουλή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να θέτει το πολιτικό δίλημμα πάνω στο οποίο, όπως έδειξε, σκοπεύει να κινηθεί η Νέα Δημοκρατία μέχρι τις επόμενες εθνικές εκλογές το οποίο δεν είναι άλλο από το «ελπίδα ή περιπέτεια». Παράλληλα, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο ΠΑΣΟΚ και προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη, κατηγορώντας την αξιωματική αντιπολίτευση ότι απορρίπτει ακόμη και αλλαγές με τις οποίες επί της αρχής συμφωνεί.

Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει τη θεσμική συζήτηση για το Σύνταγμα με τη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση, αντιπαραβάλλοντας το κυβερνητικό σχέδιο μέχρι το 2030 με τις προτάσεις της αντιπολίτευσης. Όπως υποστήριξε, από τη μία πλευρά υπάρχει ένα κοστολογημένο σχέδιο με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και από την άλλη «ακοστολόγητες και συχνά αντιφατικές υποσχέσεις», βάζοντας στο ίδιο κάδρο τον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η ταυτόχρονη υπόσχεση μεγάλων φορολογικών μειώσεων και αυξημένων κρατικών δαπανών, χωρίς σαφή δημοσιονομική κάλυψη, μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια. Σε αυτό το πλαίσιο επανέφερε τους στόχους που παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη για την Ελλάδα του 2030, μεταξύ των οποίων ανάπτυξη με ρυθμό διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, πρόσθετες επενδύσεις 20 δισ. ευρώ, ανεργία κάτω από το 6%, μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.

Το οικονομικό «χαρτί» και τα μέτρα έως το 2030

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε εκτενώς στις οικονομικές παρεμβάσεις που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση, επιχειρώντας να ενισχύσει το επιχείρημα ότι το κυβερνητικό σχέδιο συνοδεύεται από μετρήσιμους στόχους και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Υπενθύμισε τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού με στόχο να φτάσει τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028, καθώς και τις παρεμβάσεις για συνταξιούχους, δημοσίους υπαλλήλους, τρίτεκνους, αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Έκανε ακόμη αναφορά στον νέο «κουμπαρά» για τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, ο οποίος, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, θα δημιουργεί ένα αρχικό περιουσιακό κεφάλαιο όταν συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Στο ίδιο πακέτο ενέταξε τον μηδενικό ΕΝΦΙΑ για 650.000 ιδιοκτήτες, τις αλλαγές στις χρεώσεις ηλεκτρικής ενέργειας και τη σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρου, παρουσιάζοντας το σύνολο των παρεμβάσεων ως ένα μόνιμο ανάχωμα απέναντι στην ακρίβεια.

«Το δίλημμα αφορά τις πολιτικές επιλογές στο εσωτερικό της χώρας»

Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα είχε η αναφορά του πρωθυπουργού στο δίλημμα των επόμενων εκλογών. Απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για τα ελληνοτουρκικά, ξεκαθάρισε ότι το δίλημμα δεν είναι «Μητσοτάκης ή Ερντογάν», αλλά αφορά τις πολιτικές επιλογές στο εσωτερικό της χώρας, κατονομάζοντας τους Νίκο Ανδρουλάκη, Αλέξη Τσίπρα, Ζωή Κωνσταντοπούλου και Κυριάκο Βελόπουλο.

Παράλληλα χαρακτήρισε επικίνδυνη τη θέση ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιδιώξει αύξηση της έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις για προεκλογικούς λόγους. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει μέχρι το τέλος της τετραετίας να υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχύει τις Ένοπλες Δυνάμεις, κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ ότι μεταφέρει ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στο πεδίο της εσωτερικής κομματικής σύγκρουσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέμεινε, επίσης, ότι η απόφασή του να μην προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές δικαιώνεται από τις διεθνείς εξελίξεις, επικαλούμενος την ενεργειακή αβεβαιότητα, τις γεωπολιτικές κρίσεις και την αναταραχή στις αγορές. «Η επιλογή μου δεν θα είναι ποτέ να βάλω το κομματικό συμφέρον πάνω από το συμφέρον της πατρίδας μου», ήταν το μήνυμα που εξέπεμψε.

Μετωπική με ΠΑΣΟΚ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο της ομιλίας αφορούσε τη στάση της αντιπολίτευσης στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η πρώτη ψηφοφορία ανέδειξε μία λογική «τυφλού όχι» ή «ναι μεν, αλλά», στρέφοντας κυρίως τα πυρά του προς το ΠΑΣΟΚ.

Κατηγόρησε τον Νίκο Ανδρουλάκη ότι δεν υπερψηφίζει θεσμικές αλλαγές με τις οποίες έχει εκφράσει συμφωνία, μόνο και μόνο επειδή προτείνονται από την κυβέρνηση. Μάλιστα, στη δευτερολογία του υποστήριξε ότι, εάν το ΠΑΣΟΚ ήταν βέβαιο πως θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και θα σχηματίσει πλειοψηφία, θα είχε κάθε λόγο να υπερψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 86, ώστε η επόμενη Βουλή να καθορίσει το τελικό περιεχόμενό του.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκλεισε την παρέμβασή του επιχειρώντας να μεταφέρει την πίεση στους βουλευτές της αντιπολίτευσης, καλώντας τους να επανεξετάσουν τη στάση τους ακόμη και την τελευταία στιγμή καθώς για την κυβέρνηση η συνταγματική αναθεώρηση δεν αφορά μόνο τις θεσμικές αλλαγές, αλλά και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να συνεννοείται σε ζητήματα που υπερβαίνουν τον εκλογικό κύκλο.