Δυσοσμία στα δυτικά: Τι έδειξε η μελέτη της καθηγήτριας του Τμήματος Χημείας του ΑΠΘ Κ. Σαμαρά

Καταγράφεται μείωση περίπου 70% στις μερκαπτάνες σε σχέση με την περίοδο 2016-2017

Δυσοσμία στα δυτικά: Τι έδειξε η μελέτη της καθηγήτριας του Τμήματος Χημείας του ΑΠΘ Κ. Σαμαρά

Τα αποτελέσματα μελέτης της καθηγήτριας του ΑΠΘ Κωνσταντίνης Σαμαρά για τη φαινόμενο της δυσοσμίας στη δυτική Θεσσαλονίκη, ένα φαινόμενο που απασχολεί εδώ και χρόνια την τοπική κοινωνία, παρουσιάστηκαν στη χτεσινή συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου Κορδελιού – Ευόσμου.

Αντικείμενο της μελέτης της κ. Σαμαρά ήταν η ανάλυση του χημικού αποτυπώματος των οσμών στην περιοχή του δήμου Κορδελιού – Ευόσμου, με δειγματοληψίες που ήταν είτε τακτικές (λαμβάνονταν νωρίς το πρωί όταν εμφανίζονται κατά κανόνα υψηλές συγκεντρώσεις) είτε έκτακτες, όταν οι μελετητές ειδοποιούνταν από κατοίκους ότι η οσμή ήταν έντονη.

Οι δειγματοληψίες γίνονταν σε τρεις θέσεις του δήμου:  ο σταθμός ΕΠΑΡ στην 3η Σεπτεμβρίου, το παλιό Δημαρχείο στην οδό Παπανδρέου και οδό Εθνικής Αντιστάσεως και στη Διαλογή στο παλιό Αντιλιοστάσιο, κοντά στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Ελευθερίου Κορδελιού.

Δείγματα λαμβάνονταν για 13 μήνες (Φεβρουάριος 2024 – Μάρτιος 2025) από τις συγκεκριμένες θέσεις, που αποφασίστηκαν κατόπιν συμφωνίας τόσο με τον δήμο Κορδελιού – Ευόσμου όσο και με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ενώ οι δύο από αυτές (σταθμός ΕΠΑΡ και παλιό δημαρχείο) χρησιμοποιήθηκαν και σε προηγούμενη μελέτη που είχε γίνει από το εργαστήριο Δημόκριτος (2016-2017), με αποτέλεσμα η ομάδα της κ. Σαμαρά να μπορεί να συγκρίνει τα ευρήματα των δύο μελετών.

Οι μερκαπτάνες και οι αλδεΐδες

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης της κ. Σαμαράς, επικρατέστερες κατηγορίες ενώσεων με υψηλότερη συνεισφορά στην δυσοσμία είναι οι μερκαπτάνες και οι αλδεΐδες, με τις μερκαπτάνες να παρουσιάζονται πιο υψηλές σε έκτακτες δειγματοληψίες.  «Βλέπουμε μία διαφορετική εικόνα από ό,τι βλέπουμε στο χημικό προφίλ. Βλέπουμε δηλαδή ότι μεγαλύτερη συμμετοχή στη δυσοσμία έχουν ενώσεις που βρίσκονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις και τέτοιες ενώσεις είναι οι μερκαπτάνες και οι αλδεΐδες», τόνισε η κ. Σαμαρά.

Και στις τρεις θέσεις δειγματοληψίας η πιο πιθανή περιοχή προέλευσης υψηλών συγκεντρώσεων μερκαπτανών και αλδεΐδων είναι αυτή από δυτικά έως βορειοδυτικά αλλά και από τα νοτιοανατολικά! Αυτό υποδηλώνει πιθανή μεταφορά μερκαπτανών, αλδεΐδών και ρύπων από άλλες περιοχές του πολεοδομικού συγκροτήματος, όπως εξήγησε η κ. Σαμαρά και για τον λόγο αυτό η ίδια αναφέρθηκε στην ανάγκη ελέγχου όλων των βιομηχανικών και συναφών δραστηριοτήτων όχι μόνο της δυτικής Θεσσαλονίκης, αλλά και της ανατολικής.

«Αυτές οι ενώσεις που είναι ιδιαίτερα δύσοσμες έχουν και φυσικές πηγές, όπως η αποσύνθεση οργανικής ύλης σε επιφανειακά νερά και εδάφια, αλλά και από πολύ σημαντικές ανθρωπογενείς πηγές, Και εδώ έχουμε τα διυλιστήρια πετρελαίου και τα εργοστάσια πετροχημικών, τις μονάδες επεξεργασίας αστικών αποβλήτων και αποχετευτικά δίκτυα, τους χώρους μεταφόρτωσης και απόθεσης στερεών αστικών απορριμμάτων, τις κτηνοτροφικές μονάδες, σφαγεία, μονάδες μεταποίησης ζωικών προϊόντων» υπογράμμισε μεταξύ άλλων η κ. Σαμαρά.

Για το βενζόλιο, που ανήκει στην κατηγορία των αρωματικών και έχουν «χαμηλό κατώφλι δυσοσμίας», η κ. Σαμαρά επισήμανε ότι δεν συμβάλλουν τουλάχιστον στη δυσοσμία που παρατηρούν οι κάτοικοι, αφού οι συγκεντρώσεις δεν είναι τόσο υψηλές για να είναι ένοχες για τη δυσοσμία.

Μείωση στα τακτικά δείγματα

Σε σύγκριση πάντως με την προηγούμενη μελέτη του Δημόκριτου, παρατηρείται σημαντική μείωση συγκεκριμένων ενώσεων που συνδέονται με οσμές.

Συγκεκριμένα, – Καταγράφεται μείωση περίπου 70% στις μερκαπτάνες σε σχέση με την περίοδο 2016-2017, στις τακτικές δειγματοληψίες καθώς και μείωση και άλλων πτητικών οργανικών ενώσεων, ενώ στις έκτακτες παρατηρείται αυξομείωση κατά 27% σε σύγκριση με την προηγούμενη μελέτη. «Πιθανώς τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στο Διυλιστήριο είχαν αποτέλεσμα, αφού είδαμε τέτοια μείωση στα τακτικά δείγματα», επισήμανε μεταξύ άλλων.

Σύμφωνα με την εκτίμηση των μελετητών «κάποιες πηγές που είχαν παλαιότερα συνεχή έκλυση μερκαπτανών έχουν εξαλειφθεί ή μειωθεί, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν κάποιες διαφυγές που προκαλούν κάποια επεισόδια δυσοσμίας».

Η κόκκινη παλίρροια

Η συνεδρίαση έγινε λίγες μέρες μετά το φαινόμενο της έντονης δυσοσμίας στην Αθήνα, όπου τεχνικοί έλεγχοι απέκλεισαν σύνδεση της έντονης οσμής με τα επίσημα δίκτυα καυσίμων, ενώ η ανάλυση των αέριων μαζών έδειξε πιθανή θαλάσσια προέλευση.

Όπως επισήμανε και σε ρεπορτάζ του το TheOpinion, πιθανότατα η κόκκινη παλίρροια της Θεσσαλονίκης βρίσκεται πίσω από τη δυσοσμία στην Αθήνα. Άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη, κατά την περίοδο έντονης δυσοσμίας στο κέντρο της πόλης τον Απρίλιο του 2025, επιστημονικές εκτιμήσεις κατέληξαν ότι το φαινόμενο συνδεόταν με φαινόμενα ευτροφισμού στον Θερμαϊκό Κόλπο και παραγωγή αναερόβιων αερίων σε θαλάσσιες περιοχές.

Τα μέτρα στα Διυλιστήρια

Οι παρεμβάσεις που έγιναν από την HELLENiQ ENERGY στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Δυτικής Θεσσαλονίκης, την περίοδο 2019 – 2025, με στόχο στην περαιτέρω μείωση της πιθανής συμβολής στο οσμηρό φαινόμενο, ανήλθαν συνολικά σε 22 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 15 εκατ. ευρώ για έργα που σχεδιάστηκαν ειδικά για αυτό το σκοπό.

Μεταξύ άλλων, χρηματοδοτήθηκε η προμήθεια και εγκατάσταση ηλεκτρονικών “e-noses” για τον Δήμο Κορδελιού – Ευόσμου, με στόχο την παρακολούθηση του φαινομένου σύμφωνα με διεθνείς πρακτικές, από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και την Δημοτική Αρχή Κορδελίου – Ευόσμου, με τις ηλεκτρονικές αυτές «μύτες» να γίνονται αντικείμενο ερώτησης και στο χτεσινό δημοτικό συμβούλιο.

Μεταξύ των βασικών τεχνικών παρεμβάσεων που έγιναν ήταν το έργο ανάκτησης απαερίων πυρσού, η αναβάθμιση της κατεργασίας υγρών αποβλήτων, η επεξεργασία παλαιών σκαμμάτων ελαιωδών αποβλήτων, η κάλυψη ανοικτών τμημάτων εγκαταστάσεων, η αναβάθμιση μονάδων απόσμισης, καθώς και νέα έργα στις εγκαταστάσεις ασφάλτου και στις δεξαμενές καταιγίδας. Όλες οι παρεμβάσεις έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά στις αρμόδιες αρχές και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, στο πλαίσιο της διαφάνειας και της συνεχούς συνεργασίας με τους θεσμικούς φορείς, ενώ η αποτελεσματικότητα των έργων τεκμηριώνεται από ανεξάρτητους τρίτους φορείς.