Δίκη Τέμπη: «Ο πανικός και ο φόβος ήταν ακραίος» – Συγκλονίζουν οι καταθέσεις των επιζώντων
Με παραστατικές μαρτυρίες επιζώντων συνεχίζεται η πολύκροτη δίκη στη Λάρισα
Με τις συγκλονιστικές καταθέσεις τριών επιζώντων συνεχίζεται η 44η δικάσιμος της δίκης για την τραγωδία στα Τέμπη.
Πρώτη κλήθηκε να καταθέσει η τραυματίας Μυρσίνη Πρασσά, η οποία, λόγω της κατάστασής της κάθισε σε καρέκλα. Όπως είπε, ταξίδευε μαζί με την φίλη της, Ελπίδα Χούπα και απέναντι της καθόταν ο Κυπριανός Παπαϊωάννου και ο Γεράσιμος Γεωργιάδης.
Αναφέρθηκε στις στάσεις που έκανε συνέχεια το τρένο, με τελευταία αυτή στο Παλαιοφάρσαλο.
«Δεν θυμάμαι για μετά τη σύγκρουση, γιατί έχω κάνει έξι χειρουργεία, έχω μια λάμα, δεν μπορούσα να μιλήσω και να καθίσω. Δεν είμαι σίγουρη αν έκανε στάση μετά τη Λάρισα» ανέφερε μεταξύ άλλων.
«Μου είπαν ότι με βρήκαν έξω από το βαγόνι» σημείωσε για να προσθέσει ότι ήταν σε κώμα.
«Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι άνοιξα τα μάτια μου. Πήγα σε κέντρο αποκατάστασης. Δεν μπορούσα καν να μιλήσω. Έκανα φυσικοθεραπεία, δεν μπορούσα να περπατήσω, να καθίσω» ανέφερε και σημείωσε ότι της κάνει εντύπωση που δεν έρχονται οι κατηγορούμενοι στη δίκη.
«Δεν θα ηρεμήσω αν δεν μπουν στη φυλακή οι υπεύθυνοι» είπε και μίλησε με τα καλύτερα λόγια για την φίλη της Ελπίδα Χούπα, ενώ για τη στιγμή της σύγκρουσης θυμόταν μόνο ένα τράνταγμα.
Ακολούθησε η Ζωή Σιώζη, η οποία ταξίδευε με τον 7χρονο γιο της Βασίλη. Όπως ανέφερε, μόλις είχαν ολοκληρώσει μια σοβαρή θεραπεία του παιδιού και επέλεξε να επιστρέψουν με το τρένο, θεωρώντας ότι είναι πιο ασφαλές μέσο. Αναφέρθηκε κι εκείνη στις πολλές καθυστερήσεις και στη στιγμή της σύγκρουσης και όσα ακολούθησαν, τις σκηνές χάους που εκτυλίχθηκαν στο σημείο της τραγωδίας.
«Πολύ ξαφνικά το τρένο φρενάρει απότομα, εγώ πέφτω πάνω στο παιδί μου, βρεθήκαμε μέσα σε συντρίμμια και παραμορφωμένα μέταλλα, θυμάμαι πολύ έντονα να φωνάζω “το παιδί, το παιδί”. Το παιδί φώναζε και προσπάθησα να το σηκώσω» είπε αρχικά για να συνεχίσει.
«Βρήκα μια σχισμή που οδηγούσε στη διπλανή καμπίνα και από εκεί άτομα με φώναζαν δύο συνεπιβάτες μου να πάω γρήγορα, όμως εγώ δεν μπορούσα και ζητούσα βοήθεια. Αργότερα με βοήθησε ο Δημήτρης Κωσταρελος αφήνοντας τα σίδερα να χτυπήσουν πάνω του, για να περάσουμε με το παιδί» περιέγραψε και αναφέρθηκε και στη φωτιά.
«Όταν κατεβήκαμε είδα μπροστά φωτιά, ήταν πολύ κοντά μας, δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να καούμε. Κινήθηκα πάνω στο συντρίμμια του κυλικείου, όλα καίγανε, χωρίς φλόγα. Η φλόγα υπήρχε στο δικό μας το βαγόνι.
Υπήρχε ένας νεαρός που φώναζε ότι θα γίνει έκρηξη και να φύγουμε από το τρένο. Έκρηξη δεν έγινε. Έβλεπα κόσμο και παιδιά να είναι σκαρφαλωμένοι πάνω στα βαγόνια και να προσπαθούν να πέσουν. Σκαρφαλώνοντας πάνω στο κυλικείο, δεν άκουσα την παραμικρή φωνή. Δεν άκουσα τίποτα. Ο πανικός και ο φόβος ήταν ακραίος» κατέθεσε απαντώντας σε ερωτήσεις, σημειώνοντας ότι η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και δυσκόλευε την αναπνοή.
«Δεν έχει μόνο η δική μου ζωή αξία, ούτε του παιδιού μου. Εμείς που επιζήσαμε από αυτό, δεν σημαίνει ότι όλα είναι καλά. Ήρθα να πω το δικό μου βίωμα, έχω το βάρος ότι πρέπει να μιλήσω. Ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θα έπρεπε να έχουν αυτό το τέλος. Υποτίθεται ότι πήραμε ένα τρένο για να είμαστε ασφαλείς και βρεθήκαμε σε αδιανόητες καταστάσεις, βρεθήκαμε να κινδυνεύουμε. Αν έχανα τον γιο μου δεν θα άντεχα να ζω ούτε ένα λεπτό», τόνισε, ζητώντας από την πρόεδρο να αποδώσει δικαιοσύνη, «για τους ανθρώπους που φύγανε, σεβασμός σε αυτούς που ζουν με απώλειες.
Νιώθω ότι έχω κι εγώ ένα μέρος της ευθύνης. Σκέφτομαι μήπως θα μπορούσα να γυρίσω πίσω να βοηθήσω. Δεν πρέπει κανένας να ζήσει αυτό που ζήσαμε κι αυτό που περνούν οι οικογένειες» τόνισε μεταξύ άλλων.