24/52: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την Αγορά (3)

Προτυποποιημένη συνεργασία και κατανομή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας

24/52: Συνδέοντας τα Πανεπιστήμια με την Αγορά (3)
ΑΠΕ ΜΠΕ

Στο πρώτο από την τριπλέτα σημειωμάτων για τη σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά είδαμε πώς μπορεί να απλουστευθεί η λειτουργία των ΕΛΚΕ όταν διαχειρίζονται ιδιωτικούς πόρους. Στο δεύτερο σημείωμα είδαμε πώς μπορεί να βελτιωθεί η σύνδεση των τεχνοβλαστών με την αγορά με οικονομική συμμετοχή της αγοράς στο στάδιο της έρευνας. Το σημερινό σημείωμα αναφέρεται σε κάτι πιο γενικό:

Εάν, λοιπόν, ένας φορέας της αγοράς τηλεφωνήσει σε έναν καθηγητή πανεπιστημίου και συμφωνήσουν, πάνω-κάτω, ότι θα δουλέψουν μαζί, ότι η αγορά θα χρηματοδοτήσει την έρευνα προς μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, πώς θα κινηθούν στη συνέχεια; Θα πρέπει να βάλουν τους δικηγόρους τους, τους δικηγόρους του ΕΛΚΕ και του πανεπιστημίου, να διαπραγματεύονται για μήνες, για να καταλήξουν σε μία σύμβαση είτε με τον ΕΛΚΕ, είτε για τη σύσταση τεχνοβλαστού;

Το βασικό επίδικο στις συμβάσεις αυτές είναι η κατανομή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας — ιδίως των δικαιωμάτων που θα αποκτήσει/διατηρήσει το πανεπιστήμιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, σε μία τέτοια σχέση, το πανεπιστήμιο διαθέτει την υλικοτεχνική του υποδομή και το επίλεκτο προσωπικό του για την έρευνα που θα αξιοποιηθεί εμπορικά. Από την άλλη, ο φορέας της αγοράς βάζει τη χρηματοδότηση με σκοπό, προφανώς, το οικονομικό αντάλλαγμα που θα προκύψει από την εμπορική αξιοποίηση της έρευνας. Σε ποιον ανήκει το προϊόν; Στο πανεπιστήμιο; Στον ερευνητή; Στον φορέα της αγοράς; Στον τεχνοβλαστό; Και, αν ανήκει, ας πούμε, στον τεχνοβλαστό, πόσο πρέπει να είναι το ποσοστό συμμετοχής του πανεπιστημίου για να θεωρηθεί ότι λαμβάνει ικανό αντάλλαγμα για την εισφορά των πόρων του; 

Και κάτι δημοσιοϋπαλληλίστικο, αλλά πολύ πραγματικό: επειδή τις συμβάσεις αυτές τις εγκρίνουν φορείς του Δημοσίου, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ζητούν πολύ χαμηλά ανταλλάγματα (είτε αμοιβή τού ΕΛΚΕ, είτε συμμετοχή στον τεχνοβλαστό, είτε αμοιβή για δικαιώματα από τον τεχνοβλαστό) και ζημιώνουν το Δημόσιο. Επομένως, μπορεί να ζητούν από το πανεπιστήμιο ανταλλάγματα εκτός του πλαισίου της αγοράς, και έτσι, τελικά, να μην καταρτίζεται κάποια σύμβαση και το πανεπιστήμιο να χάνει την ευκαιρία για εμπορική εκμετάλλευση της δουλειάς που έχει γίνει.

Πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα; Με την τυποποίηση των συμβάσεων που ορίζουν τη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίου και αγοράς. Στη Μεγάλη Βρετανία υπάρχει η τυποποίηση δέκα μορφών συμβάσεων στην Εργαλειοθήκη Lambert (Lambert Toolkit). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει το DESCA (Development of a Simplified Consortium Agreement) που τυποποιεί τέτοιες σχέσεις και αξιοποιείται κυρίως από τη Γερμανία και τη Φινλανδία. Στις ΗΠΑ υπάρχουν επίσης τυποποιημένες συμβάσεις. Μάλιστα, στις ΗΠΑ, για να προαχθεί η εισαγωγή της πανεπιστημιακής έρευνας στην αγορά, τα ποσοστά συμμετοχής και δικαιωμάτων που λαμβάνουν τα πανεπιστήμια είναι σχετικά χαμηλά. Έτσι, παρέχεται πολύ ισχυρό κίνητρο στην αγορά να χρηματοδοτήσει την έρευνα, και τα έσοδα των πανεπιστημίων, επειδή η αξιοποίηση του ερευνητικού αποτελέσματος έχει συνήθως εμπορική επιτυχία, είναι πολύ σημαντικά εντέλει, παρά το μικρό σχετικά ποσοστό συμμετοχής τους (συνήθως συμμετέχουν με κάτω από 5% στους τεχνοβλαστούς, όταν η χρηματοδότηση της έρευνας προέρχεται 100% από την αγορά).

Η τυποποίηση μπορεί να ξεκινά απαντώντας, με βάση το είδος της έρευνας, και στο ερώτημα αν η έρευνα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο σύμβασης με τον ΕΛΚΕ ή αν πρέπει να αξιοποιηθεί μέσω τεχνοβλαστού. Στη συνέχεια ορίζει το βασικό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του πανεπιστημίου, του προσωπικού του (ιδίως των καθηγητών που έχουν την ευθύνη για την έρευνα) και του φορέα που ζήτησε την έρευνα (που μπορεί να είναι μία επιχείρηση, ένα fund, μία σύμπραξη επιχειρήσεων ή ένας σύνδεσμος επιχειρήσεων): ποιος θα κάνει τι, πότε θα το παραδώσει κλπ. Τέλος, ορίζει πώς θα διαχειρίζονται οι συμβαλλόμενοι το προϊόν της έρευνας: θα ανήκει εξ ολοκλήρου στον έναν ή στον άλλον, θα κατανεμηθεί εμμέσως με τα ποσοστά ενός τεχνοβλαστού, ή θα υπάρχει και επιπλέον κατανομή μεταξύ του τεχνοβλαστού και του πανεπιστημίου. Ειδικά για τον τεχνοβλαστό, κρίσιμο είναι να καθορίζονται τα ποσοστά του πανεπιστημίου σε αυτόν και πώς θα επηρεάζονται από αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στο μέλλον.

Αν η τυποποίηση νομοθετηθεί, τότε:

(α) ο φορέας της αγοράς και ο πανεπιστημιακός θα έχουν από πριν έναν μπούσουλα συνεργασίας,

(β) δεν θα χαθούν αμέτρητες ώρες σε διαπραγματεύσεις,

(γ) τα όργανα του ΕΛΚΕ και του πανεπιστημίου που θα εγκρίνουν συμβάσεις δεν θα έχουν τον φόβο να κατηγορηθούν ότι δεν διασφάλισαν τα συμφέροντα του φορέα τους.

* * *

Η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου που είδαμε στα τρία αυτά σημειώματα δεν θα γεννήσει από μόνη της συμπράξεις πανεπιστημίων και αγοράς. Αν, όμως, άρει κάποια γραφειοκρατικά εμπόδια, θα αρχίσει να πείθει τους ενδιαφερομένους ότι και το πανεπιστήμιο, και η αγορά έχουν να κερδίσουν από αυτές τις συμπράξεις. Μετά, αν πάρει μπρος αυτή η διαδικασία, θα είναι πραγματικό προνόμιο για κάθε επιχείρηση η εγκατάστασή της στη Θεσσαλονίκη των τριών σπουδαίων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.