19/52: Επιτάχυνση των εγκρίσεων από την αρχαιολογική υπηρεσία
Σε ποιες περιπτώσεις αρκεί ο έλεγχος εκ των υστέρων
Πολλές δραστηριότητες, για να ξεκινήσουν, απαιτούν έγκριση από την αρχαιολογική υπηρεσία. Ακόμη και η τοποθέτηση μιας τέντας σε ένα σπίτι, όταν είναι κοντά σε αρχαιολογικό χώρο ή σε μνημείο, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει δώσει η αρχαιολογία την έγκρισή της. Το πρόβλημα αυτό, που υπάρχει παντού στη χώρα, το ζουν πολύ έντονα οι κάτοικοι της Άνω Πόλης, οι οποίοι για πολλές καθημερινές ενέργειές τους πρέπει ουσιαστικά να ζητούν άδεια από την αρχαιολογία, επειδή γειτνιάζουν με τα τείχη της πόλης.
Η αρχαιολογική υπηρεσία εφαρμόζει τη νομοθεσία που προστατεύει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε εδώ τη σημασία που έχει για τη χώρα μας, και ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Τραύματα της πόλης (όπως η καταστροφή του Εβραϊκού Νεκροταφείου στον χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο) συνδέονται ακριβώς με την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και των ιστορικών τεκμηρίων.
Όμως, λόγω του εύρους της προστασίας που πρέπει να παρέχει η αρχαιολογική υπηρεσία, έχει στα χέρια της χιλιάδες φακέλους με μυριάδες υποθέσεις και η ανταπόκρισή της δεν είναι ταχεία — μολονότι οι υπάλληλοί της συχνά υπερβαίνουν εαυτούς. Ο όγκος τούς καταπνίγει, και οι πολίτες υποφέρουν. Γι’ αυτό θα είχε αξία μία διαδικασία που θα μείωνε αυτόν τον όγκο, χωρίς όμως να αναιρεί τον ουσιαστικό ρόλο της αρχαιολογικής υπηρεσίας και να διακινδυνεύει την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Τι ισχύει σήμερα; Η νομοθεσία προβλέπει ότι η αρχαιολογική υπηρεσία πρέπει να συναινέσει για οποιαδήποτε ενέργεια γίνεται κοντά σε ένα μνημείο, για να διαπιστωθεί ότι η ενέργεια αυτή δεν προκαλεί άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο. Άμεση βλάβη είναι μία ενέργεια που θα βλάψει ή θα αλλοιώσει το ίδιο το μνημείο. Συνήθως, όμως, άμεση βλάβη προκαλούν ενέργειες που γίνονται επί του ίδιου του μνημείου και το αλλοιώνουν ή επιφέρουν την υλική φθορά του (όπως η βαφή του, ή η αποκοπή μέρους του χωρίς άδεια), ή τόσο κοντά που το εκθέτουν σε αντίστοιχη βλάβη (λ.χ., εργασίες σε μεγαλύτερο ύψος που προκαλούν διαρροή νερού με κατεύθυνση το μνημείο). Οι αδειοδοτήσεις, όμως, αφορούν και πολλές ενέργειες που δεν γίνονται επί του μνημείου αλλά σχετικά κοντά, και δεν επηρεάζουν το ίδιο το μνημείο αλλά την οπτική αντίληψη που έχει κάποιος γι’ αυτό: ας πούμε, όταν οικοδομείται κάτι και κρύβει το μνημείο (κλασικό παράδειγμα στην Αθήνα είναι τα ακίνητα που, με το ύψος τους, κρύβουν τη θέα προς την Ακρόπολη) ή όταν γίνεται κάτι πολύ άσχημο σε χώρο που βρίσκεται στο ίδιο οπτικό πεδίο με το μνημείο. Αυτό ονομάζεται έμμεση οπτική βλάβη του μνημείου.
Όταν κάποιος στην Άνω Πόλη θέλει να κάνει οποιαδήποτε διαμόρφωση στην κατοικία του, δυνητικά μπορεί να προκαλέσει έμμεση οπτική βλάβη στα τείχη. Προκειμένου λοιπόν να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ενέργεια, οφείλει να ζητήσει και να λάβει άδεια από την αρχαιολογική υπηρεσία, με σκοπό να αποτραπεί η πιθανότητα να προκληθεί αυτή η έμμεση βλάβη. Έτσι σωρεύονται αιτήματα στην υπηρεσία, η οποία πρέπει να τα ελέγξει και να απαντήσει αιτιολογημένα στο καθένα τους. Θα μπορούσε άραγε να αλλάξει αυτό το πλαίσιο, να απλουστευθεί, χωρίς να διακινδυνεύεται η προστασία των μνημείων και της πολιτιστικής κληρονομιάς;
Ναι, θα μπορούσε. Μια σειρά από ενέργειες που δεν αλλοιώνουν το μνημείο, που δεν το φθείρουν, που δεν προκαλούν άμεση βλάβη σε αυτό, θα μπορούσαν να επιτρέπονται και, στη συνέχεια, να γίνεται κατασταλτικά, εκ των υστέρων, ο έλεγχος από την υπηρεσία. Θεμέλιο μιας τέτοιας διαδικασίας είναι η διάκριση ανάμεσα σε άμεσες και έμμεσες βλάβες, σε βλάβες που δεν μπορούν να αντιστραφούν και σε βλάβες που, ακόμη και αν επέλθουν, με ευκολία διορθώνονται και εξαφανίζονται.
Δηλαδή: μπορεί η νομοθεσία να ορίσει ότι κάποιες εργασίες, οικοδομικές ή άλλες, που τις κατονομάζει και γίνονται σε μία απόσταση από ένα μνημείο και, εξ αντικειμένου, δεν μπορούν να προκαλέσουν άμεση βλάβη σ’ αυτό, δεν θα λαμβάνουν προηγούμενη έγκριση από την αρχαιολογική υπηρεσία. Θα μπορεί να ορίζεται, επί παραδείγματι, ότι η βαφή ενός τοίχου που γίνεται σε απόσταση άνω των 20 μέτρων από το μνημείο δεν θα χρειάζεται προηγούμενη έγκριση από την αρχαιολογική υπηρεσία — και η νομοθεσία έχει την ευχέρεια να επιτρέπει στο Υπουργείο Πολιτισμού, μετά από εισήγηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, να εξειδικεύει κατά περίπτωση τις εργασίες και τις αποστάσεις, δηλαδή να ορίζει μικρότερη απόσταση για εργασίες που δεν απαιτούν άδεια κοντά στα τείχη σε σχέση με την απόσταση για αντίστοιχες εργασίες κοντά στον Λευκό Πύργο.
Τι είδους εργασίες θα είναι αυτές; Δεν θα είναι βαριές οικοδομικές εργασίες (λ.χ., οικοδόμηση ή προσθήκη ορόφου) που δύσκολα αντιστρέφονται, αλλά ελαφρές (λ.χ., βαφή, τοποθέτηση κινητών στοιχείων ή μιας τέντας σε μία οικοδομή). Και θα γίνονται σε απόσταση που θα διασφαλίζεται ότι δεν θα μπορεί να προκληθεί άμεση βλάβη στο μνημείο (λ.χ., η βαφή, από τον αέρα, να μεταφέρεται στο μνημείο). Για τις εργασίες αυτές θα αρκεί μία γνωστοποίηση στην αρχαιολογική υπηρεσία και δεν θα απαιτείται ο πολίτης να αναμένει την έγκρισή τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα καταργηθεί η έννοια της έμμεσης βλάβης. Απλώς, θα ελέγχεται εκ των υστέρων. Και ο έλεγχος αυτός, επειδή θα γίνεται με τρόπο συστηματικό, ώστε να καλύπτονται σε τακτικά χρονικά διαστήματα όλα τα μνημεία της πόλης, θα είναι και πολύ πιο αποτελεσματικός στην πράξη. Θα πηγαίνει η αρχαιολογική υπηρεσία και θα περπατά, στην περίπτωση της Άνω Πόλης, μέσα από τα τείχη. Θα μπορεί με μία αυτοψία (και καθώς η υπηρεσία θα διαθέτει τις γνωστοποιήσεις στις οποίες έχουν ήδη προχωρήσει οι ενδιαφερόμενοι) να διαπιστώσει όλες τις περιπτώσεις έμμεσης οπτικής βλάβης από τις εργασίες που της γνωστοποιήθηκαν στην περιοχή της αυτοψίας και θα αξιώνει την αποκατάσταση της βλάβης. Με δεδομένο ότι θα πρόκειται για εργασίες που δεν θα είναι βαριές, ούτε η διαδικασία για την αποκατάσταση δύσκολη ή το κόστος μεγάλο, και επειδή δεν θα πρόκειται για εργασίες που προκαλούν άμεση βλάβη στο μνημείο, το μνημείο θα παραμείνει, κατ’ ουσίαν, άθικτο. Έτσι, δεν θα απειληθεί η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας — και η μία αυτοψία θα αντικαταστήσει τους δέκα ή είκοσι φακέλους για τις εργασίες που θα επιθεωρηθούν.
Έτσι θα επιβεβαιωθεί και η πραγματική εργασία του αρχαιολόγου: όχι θαμμένος μέσα στους φακέλους του γραφείου, αλλά έξω, στο πεδίο, να ανακαλύπτει και να προστατεύει την πολιτιστική μας κληρονομιά.