Ποιος εκφράζει αυθεντικά το δημοκρατικό Κέντρο;

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Στάθης Κουτσοχήνας Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και Γραμματέας Νομαρχιακής Επιτροπής Εκλογικού Αγώνα ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής Α' Θεσσαλονίκης

Ποιος εκφράζει αυθεντικά το δημοκρατικό Κέντρο;
eurokinissi
eurokinissi

Ποιος εκφράζει αυθεντικά το δημοκρατικό Κέντρο;Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Στάθης Κουτσοχήνας Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και Γραμματέας Νομαρχιακής Επιτροπής Εκλογικού Αγώνα ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής Α’ Θεσσαλονίκης

Μια αποτίμηση της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση και της διαφορετικής προσέγγισης κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς

Η συνταγματική αναθεώρηση ως δοκιμασία θεσμικής αξιοπιστίας

Η συνταγματική αναθεώρηση ως δοκιμασία θεσμικής αξιοπιστίας Η ολοκλήρωση της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση στη Βουλή θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές του κοινοβουλευτικού μας βίου. Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν αφορά την εκάστοτε κυβέρνηση ούτε την εκάστοτε αντιπολίτευση. Αφορά τους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργεί η Ελληνική Δημοκρατία για τις επόμενες δεκαετίες. Το Σύνταγμα δεν είναι το πρόγραμμα μιας κυβέρνησης ούτε το εργαλείο άσκησης της εξουσίας της. Είναι το όριο της εξουσίας. Είναι ο μηχανισμός που προστατεύει τους πολίτες από την αυθαιρεσία κάθε πλειοψηφίας, διασφαλίζει τη διάκριση των λειτουργιών και εγγυάται τη σταθερότητα των δημοκρατικών θεσμών.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση μετέτρεψε και αυτή τη διαδικασία σε μία ακόμη άσκηση πολιτικής επικοινωνίας. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η στάση της απέναντι στο άρθρο 110 του Συντάγματος, δηλαδή στη διάταξη που καθορίζει τη διαδικασία αναθεώρησης του ίδιου του Συντάγματος. Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής: κάθε αναθεωρούμενη διάταξη να απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών και στη δεύτερη Βουλή, ώστε καμία πρόσκαιρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να μην μπορεί μόνη της να διαμορφώνει το περιεχόμενο του Καταστατικού Χάρτη της χώρας.

Αντίθετα, η επιλογή της κυβέρνησης είναι να μην συμπεριλάβει το άρθρο 110 στις αναθεωρητέες διατάξεις. Η επιλογή αυτή προκαλεί πολλά ερωτηματικά, καθώς το 2019, όταν βρισκόταν στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είχε η ίδια προτείνει την αναθεώρησή του. Σήμερα, ως κυβέρνηση πλέον, εγκαταλείπει εκείνη τη θέση και επιλέγει να διατηρήσει ένα σύστημα που επιτρέπει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να διαμορφώνει μόνη της το περιεχόμενο των αναθεωρούμενων συνταγματικών διατάξεων.

Η χαμένη κουλτούρα των συναινέσεων

Η στάση αυτή της κυβέρνησης δεν αποτελεί έκπληξη. Είναι η συνέχεια μιας σταθερής αντίληψής της για τη λειτουργία των θεσμών.

Το 2019, κατά την προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση, η Νέα Δημοκρατία αξιοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία για να διαμορφώσει ουσιαστικά μόνη της το νέο πλαίσιο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αντί να προστατεύσει την παράδοση των ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων γύρω από το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, προτίμησε ένα σύστημα που επιτρέπει τελικά στην κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλλει τη δική της επιλογή.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν θεωρητική. Επιβεβαιώθηκε στην πράξη, όταν η χώρα οδηγήθηκε στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς την αναζήτηση της ευρύτερης πολιτικής συναίνεσης που χαρακτήριζε επί δεκαετίες το αξίωμα, καταλήγοντας τελικά στην επιλογή ενός προσώπου που προερχόταν από τον στενό πυρήνα της κυβερνητικής παράταξης.

Η απόσταση μεταξύ κυβερνητικών λόγων και πράξεων

Όταν συγκρίνει κανείς τις δημόσιες διακηρύξεις της κυβέρνησης με τις πραγματικές πολιτικές της επιλογές, διαπιστώνει προφανείς αντιφάσεις:

Δηλώνει ότι επιθυμεί την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ευθύνη των υπουργών. Στην πράξη, όμως, αξιοποιεί επανειλημμένα το ισχύον πλαίσιο, ώστε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εμποδίσει τη δικαστική διερεύνηση των κυβερνητικών στελεχών.

Δηλώνει ότι επιθυμεί αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης μέσω της αναθεώρησης του άρθρου 90. Στην πράξη, εξακολουθεί να διατηρεί η ίδια την αποφασιστική αρμοδιότητα διορισμού της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.

Δηλώνει ότι υπερασπίζεται την αξιοκρατία. Στην πράξη, ο θεσμός του ΑΣΕΠ αποδυναμώνεται σταδιακά μέσα από διαρκώς αυξανόμενες εξαιρέσεις στις διαδικασίες προσλήψεων.

Δηλώνει ότι σέβεται τις Ανεξάρτητες Αρχές. Στην πράξη, αυτές δέχονται επιθέσεις όταν κάνουν τη δουλειά τους (βλ. υπόθεση υποκλοπών), ενώ παραμένουν ακέφαλες και χωρίς την αναγκαία στελέχωση, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού τους έργου.

Δηλώνει ότι υπηρετεί τη διαφάνεια. Στην πράξη, η φιλοσοφία της «Διαύγειας», δηλαδή της πλήρους δημοσιότητας της διοικητικής δράσης, υποχωρεί μπροστά σε ολοένα περισσότερες εξαιρέσεις, αδιαφανείς διαδικασίες και απευθείας αναθέσεις, που δυσχεραίνουν τον ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.

Δηλώνει ότι σέβεται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Στην πράξη, όταν αυτοί ασκούν ουσιαστικό έλεγχο και οι διαπιστώσεις τους δεν είναι πολιτικά βολικές, αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ή ακόμη και με απαξίωση. Η στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιλεκτικής θεσμικής ευαισθησίας.

Η μεγάλη θεσμική διαφορά

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πολιτικές αντιλήψεις γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν εξετάσει κανείς το θεσμικό αποτύπωμα κάθε παράταξης.

Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε απλώς μια πολιτική δύναμη που επικαλέστηκε τους θεσμούς. Υπήρξε η παράταξη που δημιούργησε τους σημαντικότερους δημοκρατικούς θεσμούς της Μεταπολίτευσης.

Θεσμοθέτησε το ΑΣΕΠ, προκειμένου να προωθήσει την αξιοκρατία και να καταπολεμήσει το πελατειακό κράτος. Κατοχύρωσε τις Ανεξάρτητες Αρχές, δημιουργώντας θεσμούς που ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία. Εισήγαγε τη «Διαύγεια», επιβάλλοντας την υποχρεωτική δημοσιοποίηση των διοικητικών πράξεων και ενισχύοντας τη λογοδοσία της δημόσιας διοίκησης.

Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά. Το ΠΑΣΟΚ, όταν κυβέρνησε, δημιούργησε θεσμούς που περιόρισαν τη δική του εξουσία.

Αντίθετα, η πρακτική της σημερινής κυβέρνησης χαρακτηρίζεται από τη συνεχόμενη αποδυνάμωση ή την παράκαμψη θεσμών που λειτουργούν ως δημοκρατικά αντίβαρα.

Η διαφορά βρίσκεται στις προτάσεις

Η διαφορά, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην κριτική. Βρίσκεται κυρίως στις προτάσεις.

Το ΠΑΣΟΚ δεν αντιμετωπίζει τη συνταγματική αναθεώρηση ως μια αποσπασματική αλλαγή επιμέρους διατάξεων, αλλά ως ευκαιρία για μια συνολική θεσμική και κοινωνική ανασυγκρότηση του κράτους. Οι προτάσεις του συνθέτουν ένα συνεκτικό σχέδιο ενίσχυσης της δημοκρατίας, της λογοδοσίας, της διαφάνειας και της κοινωνικής συνοχής.

Στο πεδίο της θεσμικής θωράκισης του κράτους, προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 86, ώστε η Βουλή να απομακρυνθεί πλήρως από τη διαδικασία άσκησης ποινικής δίωξης κατά υπουργών. Η ποινική ευθύνη των μελών της κυβέρνησης δεν μπορεί να εξαρτάται από τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς ούτε να αφήνει την εντύπωση ότι η πολιτική πλειοψηφία λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας των δικών της στελεχών.

Προτείνει επίσης την αναθεώρηση του άρθρου 90, ώστε η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης να πάψει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εκτελεστικής εξουσίας και να ανατεθεί σε ειδική μεικτή επιτροπή, με συμμετοχή της εθνικής αντιπροσωπείας, των δικαστών και της νομικής κοινότητας. Παράλληλα, προτείνει τη συνταγματική κατοχύρωση της τετραετούς απαγόρευσης ανάληψης δημόσιων θέσεων ευθύνης από αφυπηρετήσαντες δικαστικούς λειτουργούς, ενισχύοντας έτσι ουσιαστικά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Στην ίδια λογική εντάσσεται και η πρόταση για τη συνταγματική κατοχύρωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, με αρμοδιότητες στον έλεγχο των οικονομικών των κομμάτων, των εκλογικών δαπανών και των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών. Η διαφάνεια δεν μπορεί να επαφίεται στην καλή θέληση κάθε κυβέρνησης, πρέπει να αποτελεί συνταγματική εγγύηση.

Οι προτάσεις αυτές, όμως, δεν περιορίζονται στους θεσμούς. Στην Παιδεία, το ΠΑΣΟΚ προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 16 με ρητή κατοχύρωση του μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα των μη κρατικών πανεπιστημίων, σε συνδυασμό με την ουσιαστική ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου.

Στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 17, ώστε να κατοχυρωθεί συνταγματικά η ιδιαίτερη μέριμνα του κράτους για τις παραμεθόριες και ευαίσθητες περιοχές της χώρας, με δυνατότητα θέσπισης ειδικών περιορισμών στην άμεση ή έμμεση κτήση και μεταβίβαση δικαιωμάτων για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Στο κοινωνικό πεδίο, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 21, με τη συνταγματική κατοχύρωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας ως βασικού πυλώνα του κοινωνικού κράτους και την υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίζει την πρόσβαση των πολιτών σε επαρκή και προσιτή κατοικία, ιδίως μέσω προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ενίσχυση της αυτοδιοίκησης. Η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 102 προβλέπει ουσιαστική κατοχύρωση του τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μεγαλύτερη διοικητική και κανονιστική αυτοτέλεια, περιορισμό της κρατικής εποπτείας αποκλειστικά στον έλεγχο νομιμότητας και διασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών πόρων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

Τέλος, στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, το ΠΑΣΟΚ προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 7, ώστε η προστασία από την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες να αναχθεί σε ρητή συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας, καθώς και την προσθήκη νέου άρθρου 21Α, με το οποίο κατοχυρώνεται η αναπαραγωγική αυτονομία της γυναίκας, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος.

Είναι αυτό «κόμμα διαμαρτυρίας»;

Παρά το εύρος και τη συγκεκριμένη τεκμηρίωση αυτών των προτάσεων, η κυβέρνηση, με την επικοινωνιακή της υπεροπλία, επιχειρεί να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως «κόμμα διαμαρτυρίας».

Είναι προφανές ότι πρόκειται για έναν ισχυρισμό που δεν αντέχει σε στοιχειώδη κριτική.

Κόμμα διαμαρτυρίας είναι εκείνο που καταγγέλλει τα προβλήματα χωρίς να προτείνει λύσεις. Κόμμα διαμαρτυρίας είναι εκείνο που επενδύει στην αγανάκτηση των πολιτών χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την επόμενη ημέρα.

Το ΠΑΣΟΚ κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Δεν περιορίζεται στην κριτική της κυβέρνησης. Καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη λογοδοσία της πολιτικής εξουσίας, τη διαφάνεια, την Παιδεία, την Υγεία, την Αυτοδιοίκηση, την προστασία των δικαιωμάτων και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Το πραγματικό Κέντρο

Στη δημόσια συζήτηση γίνεται συχνά λόγος για τον χώρο του Κέντρου. Το Κέντρο δεν είναι ένας ασαφής πολιτικός χώρος, ούτε μια βολική στάση ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε αντιμαχόμενες παρατάξεις.

Το δημοκρατικό Κέντρο έχει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Είναι η προσήλωση στους θεσμούς. Είναι ο σεβασμός στη διάκριση των εξουσιών. Είναι η αξιοκρατία, η λογοδοσία, η διαφάνεια, οι συναινέσεις και η πίστη ότι η εξουσία οφείλει να αυτοπεριορίζεται μέσα από ισχυρά θεσμικά αντίβαρα.

Αυτό υπηρέτησε διαχρονικά το ΠΑΣΟΚ όταν δημιούργησε θεσμούς που περιόρισαν ακόμη και τη δική του κυβερνητική ισχύ. Αυτό υπηρετεί και σήμερα με τις προτάσεις του για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Γι’ αυτό και μπορεί να εκφράσει αυθεντικά τους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται στον χώρο του δημοκρατικού Κέντρου.

Γιατί το Κέντρο δεν είναι ίσες αποστάσεις.

Είναι ο διαρκής σεβασμός στους θεσμούς.

Και οι θεσμοί, όπως και η Δημοκρατία, δεν κρίνονται από τις διακηρύξεις.

Κρίνονται από τις πράξεις.