Οι Πανελλαδικές και η κρίση της επαλήθευσης στη σύγχρονη δημοσιογραφία

Αρθρογραφεί στο TheOpinion, o Νίκος Σ. Παναγιώτου, Καθηγητής, Διευθυντής Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας, Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ

Οι Πανελλαδικές και η κρίση της επαλήθευσης στη σύγχρονη δημοσιογραφία
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΥΡΟΥΝΗΣ/ILIALIVE.GR/EUROKINISSI

Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν κάθε χρόνο μια από τις πιο προβλέψιμες και ταυτόχρονα πιο απαιτητικές δημοσιογραφικές δοκιμασίες. Χιλιάδες μαθητές και οικογένειες αναζητούν έγκυρη ενημέρωση, τα μέσα ενημέρωσης καλούνται να καλύψουν με ταχύτητα τις εξελίξεις και οι δημοσιογράφοι να μεταφέρουν με ακρίβεια πληροφορίες που επηρεάζουν άμεσα ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Κι όμως, ένα φαινομενικά μικρό περιστατικό προσφέρει μια αφορμή για έναν πολύ ευρύτερο προβληματισμό σχετικά με την κατάσταση της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Σε δεκάδες ενημερωτικές ιστοσελίδες και γνωστά ΜΜΕ δημοσιεύθηκε σχεδόν αυτούσιο το ίδιο κείμενο για τη συνέχεια των Πανελλαδικών Εξετάσεων. «Συνέχεια Πανελλαδικών αύριο, Τετάρτη, για τα ΓΕΛ Με τη δεύτερη ημέρα εξετάσεων θα συνεχίσουν αύριο, Τετάρτη 3 Ιουνίου 2025, οι υποψήφιοι των ΓΕΛ τις Πανελλαδικές. Πιο συγκεκριμένα, θα εξεταστούν στα Λατινικά (Ο.Π. Ανθρωπιστικών Σπουδών), στη Χημεία (Ο.Π. Θετικών Σπουδών και Σπουδών Υγείας) και στην Πληροφορική (Ο.Π. Σπουδών Οικονομίας και Πληροφορικής)»

Κείμενο που εκτος της λανθασμένης χρονολογίας περιείχε και ανακριβείς αναφορές στα εξεταζόμενα μαθήματα. Παρά τα εμφανή αυτά σφάλματα, το περιεχόμενο αναπαράχθηκε μαζικά και σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικά μέσα χωρίς καμία προσπάθεια διασταύρωσης ή διόρθωσης.

Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει μια βαθύτερη μετατόπιση στο οικοσύστημα της ενημέρωσης. Η δημοσιογραφία ιστορικά θεμελιώθηκε πάνω στην αρχή της επαλήθευσης. Η συλλογή πληροφοριών, η διασταύρωση πηγών, ο έλεγχος στοιχείων και η επιμέλεια του περιεχομένου αποτελούσαν τις διαδικασίες που διαφοροποιούσαν τη δημοσιογραφία από τη φήμη ή την απλή αναπαραγωγή πληροφοριών. Σήμερα, όμως, η πίεση της ταχύτητας, η συνεχής ανάγκη παραγωγής περιεχομένου και ο αδυσώπητος ανταγωνισμός για την προσοχή του κοινού οδηγούν συχνά σε μια διαφορετική λογική: πρώτα δημοσιεύουμε και μετά, αν χρειαστεί, ελέγχουμε.

Η ειρωνεία είναι ότι η συζήτηση για το μέλλον της ενημέρωσης επικεντρώνεται συχνά στις απειλές που προέρχονται από την τεχνητή νοημοσύνη, τα deepfakes ή τις οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης. Αναμφίβολα πρόκειται για σοβαρές προκλήσεις. Ωστόσο, το περιστατικό των Πανελλαδικών υπενθυμίζει ότι η αξιοπιστία της ενημέρωσης μπορεί να υπονομευθεί και από κάτι πολύ πιο καθημερινό: την εγκατάλειψη των βασικών δημοσιογραφικών διαδικασιών.

Η επαλήθευση δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια ούτε ένα στάδιο που μπορεί να παραλειφθεί όταν οι προθεσμίες πιέζουν. Είναι ο πυρήνας της δημοσιογραφικής αποστολής. Χωρίς αυτήν, η δημοσιογραφία μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό αναμετάδοσης πληροφοριών, όπου το κύρος μιας είδησης δεν προκύπτει από την ακρίβειά της αλλά από τον αριθμό των ιστοσελίδων που την αναπαράγουν.

Αυτό δημιουργεί και μια δεύτερη, εξίσου σημαντική πρόκληση για τους πολίτες. Σε ένα περιβάλλον όπου το ίδιο περιεχόμενο αναδημοσιεύεται από δεκάδες πηγές, δημιουργείται η ψευδαίσθηση της πολλαπλής επιβεβαίωσης. Ο αναγνώστης βλέπει την ίδια πληροφορία σε πολλά διαφορετικά μέσα και θεωρεί ότι έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Το περιστατικό φέρνει στην επιφάνεια και ένα ακόμη πρόβλημα που απασχολεί τη δημοσιογραφία διεθνώς: την εκτεταμένη αναπαραγωγή ειδησεογραφικού περιεχομένου χωρίς ουσιαστική επένδυση στην παραγωγή του. Πολλά ψηφιακά μέσα βασίζουν σημαντικό μέρος της καθημερινής τους λειτουργίας σε περιεχόμενο που παράγεται από πρακτορεία ειδήσεων, οργανισμούς ή άλλους δημοσιογραφικούς φορείς, χωρίς να δημιουργούν δικό τους πρωτογενές ρεπορτάζ. Ακόμη χειρότερα, σε αρκετές περιπτώσεις το περιεχόμενο αυτό αναδημοσιεύεται χωρίς την αντίστοιχη αδειοδότηση ή οικονομική ανταπόδοση προς τον παραγωγό του.

Η περίπτωση των Πανελλαδικών δεν αποτελεί απλώς ένα ατυχές περιστατικό. Είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα για το πώς λειτουργεί σήμερα το ψηφιακό οικοσύστημα της ενημέρωσης. Υπενθυμίζει ότι η κρίση εμπιστοσύνης προς τα μέσα ενημέρωσης δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική πόλωση ή στην παραπληροφόρηση. Οφείλεται και στη σταδιακή αποδυνάμωση εκείνων των διαδικασιών που ιστορικά προσέδιδαν αξιοπιστία στη δημοσιογραφία.

Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η μεγαλύτερη αξία που μπορεί να προσφέρει ένας δημοσιογραφικός οργανισμός δεν είναι η ταχύτητα. Είναι η αξιοπιστία. Και η αξιοπιστία εξακολουθεί να χτίζεται με τον ίδιο τρόπο που χτιζόταν πάντα: με έλεγχο, διασταύρωση, επιμέλεια και επαλήθευση.

Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν ήταν η λάθος ημερομηνία ούτε τα λάθος μαθήματα. Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν τα έλεγξε.