Μα δεν βλέπει κανείς τα κλειστά μαγαζιά στην Θεσσαλονίκη;

Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, επιχειρηματίας. 

Μα δεν βλέπει κανείς τα κλειστά μαγαζιά στην Θεσσαλονίκη;

Περπατά κανείς στους δρόμους του κέντρου και δεν προσέχει τα άδεια μαγαζιά; Γιατί αν κάποιος κάνει τον κόπο να διασχίσει τους μεγάλους εμπορικούς άξονες, την Εγνατία, την Τσιμισκή και την Μητροπόλεως, θα παρατηρήσει κάτι που δεν μπορεί να κρυφτεί. Ρολά κατεβασμένα, βιτρίνες σκονισμένες, πινακίδες που γράφουν «Ενοικιάζεται» και παραμένουν εκεί μήνες, ίσως και χρόνια. Περίπου εκατόν είκοσι μαγαζιά, στο πιο ζωντανό σημείο της πόλης, έχουν σβήσει τα φώτα τους. Και αντί να μειώνονται, όλο και πληθαίνουν.

Αυτό δεν είναι απλώς μια εικόνα παραμέλησης. Είναι ο καθρέφτης μιας πόλης που ασφυκτιά μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον που δεν ευνοεί τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Οι έμποροι της Θεσσαλονίκης παλεύουν καθημερινά για να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους ζωντανές, μέσα σε συνθήκες που κάθε μέρα γίνονται πιο δύσκολες. Οι πελάτες λιγοστεύουν, όχι γιατί δεν θέλουν να στηρίξουν την τοπική αγορά, αλλά γιατί το διαθέσιμο εισόδημά τους δεν επαρκεί πια. Όταν η ακρίβεια καταπίνει τον μισθό και κάθε λογαριασμός γίνεται βάρος, οι αγορές περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα. Κι όταν ο πελάτης δεν ψωνίζει, ο έμπορος δεν πουλάει, και όταν ο έμπορος δεν πουλάει, δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, τους λογαριασμούς, τους φόρους και τους υπαλλήλους του.

Οι λογαριασμοί ενέργειας αποτελούν πια έναν εφιάλτη για κάθε επιχειρηματία. Ένα μικρό κατάστημα πληρώνει ποσά που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν υπερβολικά για ολόκληρη επιχείρηση. Η αύξηση του κόστους των προμηθευτών συμπληρώνει τον φαύλο κύκλο, αφού τα προϊόντα φτάνουν στο ράφι ακριβότερα, αναγκάζοντας τον έμπορο να αυξήσει τιμές που οι πελάτες του δεν μπορούν να πληρώσουν. Ακόμα και η εργατοώρα έχει γίνει είδος πολυτελείας. Οι μισθοί μπορεί να μην ανεβαίνουν όσο θα έπρεπε, όμως οι συνολικές επιβαρύνσεις για κάθε θέση εργασίας είναι τέτοιες που κάνουν την απασχόληση όλο και πιο δύσκολη υπόθεση. Έτσι, πολλοί μικροί επιχειρηματίες αναγκάζονται να δουλεύουν μόνοι τους, εξαντλημένοι, χωρίς προοπτική.

Ο πληθωρισμός δεν είναι πια απλώς ένα στατιστικό νούμερο στις ανακοινώσεις. Είναι μια πραγματικότητα που απορροφά την αγοραστική δύναμη και διαβρώνει τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Όταν τα πάντα ακριβαίνουν, από το ρεύμα και τα καύσιμα μέχρι τα βασικά προϊόντα, ο κύκλος της αγοράς στενεύει. Ο μικρός έμπορος βρίσκεται στην μέση αυτού του κύκλου, παγιδευμένος ανάμεσα στις αυξήσεις των προμηθευτών και στην μείωση της κατανάλωσης. Κάθε μήνας γίνεται δοκιμασία αντοχής.

Και το χειρότερο είναι ότι αν συνεχιστεί αυτή η πληθωριστική πορεία, τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα. Γιατί η οικονομία δεν αντέχει επ’ αόριστον να λειτουργεί με ανατιμήσεις που δεν συνοδεύονται από πραγματική αύξηση του εισοδήματος. Όταν ο πληθωρισμός γίνει μέρος της νοοτροπίας της αγοράς, όταν οι τιμές ανεβαίνουν προληπτικά επειδή όλοι περιμένουν να ανέβουν κι άλλο, τότε η κατάσταση γίνεται ανεξέλεγκτη. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μικρομεσαίοι θα είναι οι πρώτοι που θα πληγούν και οι τελευταίοι που θα ανακάμψουν.

Η Θεσσαλονίκη δεν αξίζει αυτή την εικόνα. Μια πόλη με τόση ιστορία, τόση δημιουργικότητα και τόσους νέους ανθρώπους δεν μπορεί να έχει το εμπορικό της κέντρο γεμάτο άδεια καταστήματα. Χρειάζεται σχέδιο, πολιτική βούληση και ουσιαστικά μέτρα στήριξης, ώστε να ανασάνει ξανά η αγορά. Αν δεν γίνει κάτι τώρα, οι δρόμοι αυτοί, που κάποτε έσφυζαν από ζωή, θα μοιάζουν όλο και περισσότερο με μνημεία μιας άλλης εποχής. Και τότε, δεν θα έχει σημασία ποιος βλέπει ή ποιος κάνει πως δεν βλέπει. Θα είναι πια αργά για όλους.