Αμφισβήτηση
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, επιχειρηματίας.
Μια σπίθα αμφισβήτησης αρκεί για να ξεκινήσει ολόκληρη αλυσίδα αλλαγών. Η αμφισβήτηση, όταν δεν προέρχεται από την ανάγκη για αντίδραση αλλά από τη βαθύτερη επιθυμία να κατανοήσουμε, να διορθώσουμε ή να εξελίξουμε, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη κινητήρια δύναμη της προόδου. Δεν είναι εύκολο να αμφισβητείς, γιατί η κοινωνία μάς έχει μάθει να δεχόμαστε όσα μας δίνονται, να εμπιστευόμαστε τις αυθεντίες και να θεωρούμε δεδομένα όσα συναντάμε. Ωστόσο, χωρίς αυτή τη λεπτή αμφιβολία που εισχωρεί σαν ρωγμή στην επιφάνεια της βεβαιότητας, τίποτα δεν θα είχε προχωρήσει, τίποτα δεν θα είχε αλλάξει, τίποτα δεν θα είχε βελτιωθεί.
Η αμφισβήτηση, όπως κάποιοι θα ήθελαν, δεν είναι άρνηση· είναι αναζήτηση. Είναι η στιγμή που ο νους παύει να λειτουργεί μηχανικά και αρχίζει να σκέφτεται, να ρωτά, να συγκρίνει και να συνθέτει. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος δεν καταστρέφει αλλά αναπλάθει, δίνει νέο νόημα και προσαρμόζει στις ανάγκες κάθε μεταβαλλόμενης εποχής. Στην επιστήμη, στην τέχνη, στην πολιτική, στην κοινωνική ζωή, η αμφισβήτηση υπήρξε πάντα το πρώτο βήμα προς τη γνώση και την εξέλιξη. Όποιος αμφισβητεί, δεν φοβάται να εκτεθεί, να πει «ίσως, ρε παιδιά, κάνουμε εδώ λάθος», και αυτή ακριβώς η φράση, τόσο απλή αλλά και τόσο γενναία, είναι που ανοίγει τον δρόμο για κάτι καινούργιο.
Φυσικά, η αμφισβήτηση δεν σημαίνει ανατροπή για την ανατροπή. Δεν έχει σκοπό να γκρεμίσει, αλλά να φωτίσει τα σκοτάδια της συνήθειας και της αποδοχής χωρίς κρίση. Πολλές φορές, πίσω από κάθε πρόοδο, υπήρξε κάποιος που τόλμησε να πει ότι δεν πείθεται, ότι θέλει αποδείξεις, ότι δεν του αρκεί αυτό που του λένε. Κι αυτό το «δεν μου αρκεί» είναι φράση που χτίζει πολιτισμούς. Ο Σωκράτης, για παράδειγμα, με τη μαιευτική του μέθοδο, δεν δίδασκε απλώς, αλλά μάθαινε στους ανθρώπους να σκέφτονται μόνοι τους, να αναζητούν την αλήθεια μέσα από τη συζήτηση, να μη δέχονται τίποτα ως απόλυτο. Έτσι γεννήθηκε η φιλοσοφία και μαζί της η ίδια η έννοια του ορθού λόγου.
Αργότερα, αιώνες μετά, ο Γαλιλαίος, αμφισβητώντας την κυρίαρχη τότε αντίληψη ότι η Γη είναι το κέντρο του σύμπαντος, άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Παρά τον διωγμό, τη δυσπιστία και την εχθρότητα που αντιμετώπισε, στάθηκε όρθιος απέναντι σε μια αλήθεια που όλοι θεωρούσαν ακλόνητη. Η αμφισβήτηση αυτή δεν ήταν απλώς πράξη επιστημονικής τόλμης, αλλά και υπαρξιακή στάση ζωής, γιατί μέσα της έκρυβε το θάρρος να πεις ότι η γνώση δεν τελειώνει ποτέ, ότι ο άνθρωπος οφείλει να ερευνά, να παρατηρεί, να αλλάζει την οπτική του. Και χάρη σε τέτοιες φωνές, ο κόσμος προχώρησε, οι επιστήμες άνθισαν, η σκέψη απελευθερώθηκε.
Ωστόσο, όσο κι αν η αμφισβήτηση υπήρξε πηγή φωτός, στις μέρες μας μοιάζει συχνά να παίρνει διαφορετική μορφή, πιο επιφανειακή και λιγότερο δημιουργική. Αντί να γεννά ιδέες, παράγει ειρωνεία· αντί να ζητά κατανόηση, επιδιώκει σύγκρουση· αντί να προάγει τη σκέψη, προκαλεί τον διχασμό. Η εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με την ταχύτητα και τον θόρυβό της, έχει μετατρέψει την υγιή αμφισβήτηση σε μια σχεδόν αυτόματη χλεύη απέναντι σε κάθε τι που διαφέρει, χωρίς ουσιαστικό επιχείρημα, χωρίς διάθεση για διάλογο. Κι εκεί βρίσκεται ο κίνδυνος να χάσουμε το βαθύτερο νόημα αυτής της τόσο πολύτιμης ανθρώπινης ιδιότητας. Γιατί η αμφισβήτηση δεν είναι όπλο εναντίον των άλλων, αλλά εργαλείο κατανόησης του κόσμου και μέσα από αυτό, του ίδιου του εαυτού μας. Αν καταφέρουμε να την ξαναδούμε έτσι, με σεβασμό, λογική και ανοιχτή καρδιά, τότε ίσως να έχουμε ελπίδα.
Αφιερωμένο στον φίλο και δημοσιογράφο Νικόλα Λαδιανό, που μέσα από ανάρτησή του μού έδωσε το κίνητρο να γράψω το κείμενο.