Όταν ένα Μνημείο γίνεται στρατιωτική Υπόθεση
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, Επιχειρηματίας.
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Ειρήνη Βήττα Βαβούσκου, Επιχειρηματίας.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία να μεταφερθεί η ευθύνη του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν είναι μια απλή διοικητική διευθέτηση, όπως μπορεί αρχικά να φαίνεται, αλλά μια απόφαση που αγγίζει βαθύτερες ισορροπίες ανάμεσα στο κράτος, την κοινωνία και τη συλλογική μνήμη. Το μνημείο αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο σημείο στην πόλη των Αθηνών, αλλά ένα φορτισμένο σύμβολο, ένα κομμάτι της εθνικής ταυτότητας, εκεί όπου η τιμή στους πεσόντες συναντά την καθημερινή παρουσία των πολιτών, των τουριτσών, των διαδηλωτών και των απλών περαστικών. Όταν αλλάζει ο φορέας που το διαχειρίζεται, δεν αλλάζει μόνο μια γραφειοκρατική αρμοδιότητα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τον δημόσιο χώρο.
Η πρόθεση να αναλάβει το Υπουργείο Άμυνας την ευθύνη του χώρου μπορεί να στηρίζεται σε επιχειρήματα που σχετίζονται με τον σεβασμό και τη στρατιωτική φύση του μνημείου, καθώς εκεί φυλάσσεται από ευζώνους, στρατιώτες δηλαδή του ελληνικού στρατού, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες εκτελούν με ευλάβεια την τελετουργική φρουρά. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την κίνηση αναδύεται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: τι θα συμβεί αν η διαχείριση ενός τόσο νευραλγικού σημείου της πόλης περάσει από την αστυνομία, που είναι όργανο πολιτικής εξουσίας, σε ένα υπουργείο που αποτελεί θεματοφύλακα της στρατιωτικής ισχύος;
Αν φανταστεί κανείς ένα συνηθισμένο απόγευμα στο Σύνταγμα, με πολίτες που διαδηλώνουν, συνθήματα που αντηχούν και πλήθος που εκφράζει την αγωνία ή τη δυσαρέσκειά του, μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο λεπτή είναι η γραμμή που χωρίζει την ειρηνική συνάθροιση από την κρατική αντίδραση. Αν σε εκείνον τον χώρο, όπου για δεκαετίες η παρουσία της αστυνομίας λειτουργούσε ως το όριο της επιβολής της τάξης, υπεύθυνο καταστεί πλέον το Υπουργείο Άμυνας, τότε ποιος θα είναι αρμόδιος να παρέμβει σε μια στιγμή έντασης; Αν η φύλαξη ανήκει στον στρατό, μήπως η επέμβαση θα μπορούσε να πάρει στρατιωτικό χαρακτήρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εικόνα και τη λειτουργία της δημοκρατίας;
Μια τέτοια υπόθεση δεν είναι απλώς υποθετική. Η ιστορία, τόσο η ελληνική όσο και η διεθνής, έχει δείξει ότι όταν τα όρια ανάμεσα στη πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία γίνονται ασαφή, η κοινωνική ειρήνη κινδυνεύει να διαρραγεί. Η Ελλάδα γνωρίζει καλά τη βαρύτητα της στρατιωτικής παρουσίας στην πολιτική ζωή, όπως και πολλές άλλες χώρες που βίωσαν περιόδους κατά τις οποίες ο στρατός βρέθηκε να επιβάλλει την τάξη στους δρόμους. Κάθε φορά που οι στρατιώτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολίτες, το αποτέλεσμα δεν ήταν η ασφάλεια, αλλά η βαθύτερη ρήξη, η αίσθηση πως το κράτος αντί να προστατεύει, στρέφεται απέναντι στους ανθρώπους του.
Η επιθυμία να προστατευθεί ένα εθνικό Μνημείο είναι ασφαλώς θεμιτή και αναγκαία. Όμως η προστασία δεν μπορεί να μεταφράζεται σε στρατιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου. Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτελεί χώρο μνήμης και τιμής, αλλά και σημείο συνάντησης της κοινωνίας με την πολιτεία. Αν μετατραπεί σε ζώνη αυξημένης στρατιωτικής επιτήρησης, τότε κινδυνεύει να χάσει το ανθρώπινο νόημά του, να πάψει να είναι χώρος συλλογικού σεβασμού και να γίνει πεδίο συμβολικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην εξουσία και τους πολίτες.
Είναι λοιπόν εύλογος ο φόβος ότι μια καλοπροαίρετη απόφαση, που στοχεύει στη διαφύλαξη ενός ιερού χώρου, μπορεί να ανοίξει την πόρτα σε κοινωνικές εντάσεις που δύσκολα θα ελεγχθούν. Αν ποτέ σε μια διαδήλωση οι πολίτες βρεθούν απέναντι όχι σε αστυνομικούς αλλά σε στρατιώτες, τότε η εικόνα αυτή θα ξυπνήσει μνήμες και φόβους από εποχές που όλοι θέλουμε να έχουμε αφήσει πίσω. Στην προσπάθεια να προστατεύσουμε το μνημείο, ίσως κινδυνεύσουμε να τραυματίσουμε την ίδια την ουσία της δημοκρατίας, που δεν είναι άλλη από τη συνύπαρξη, την ελευθερία και τον διάλογο στον δημόσιο χώρο.