Κατασκευή ξύλινου καταστρώματος επί πασσάλων (deck) στην παλιά παραλία Θεσσαλονίκης
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Γιάννης Ν. Κρεστενίτης, Ομότιμος Καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Α.Π.Θ.
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Γιάννης Ν. Κρεστενίτης, Ομότιμος Καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Α.Π.Θ.
Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή και την εμφάνιση (για άλλη μια φορά) ευτροφισμού στο Θερμαϊκό Κόλπο και την πολυήμερη διάρκεια της βλεννώδους επιφανειακής συσσώρευσης στον Όρμο Θεσσαλονίκης, επανέρχεται η συζήτηση για την επέκταση της παλιάς παραλίας με την κατασκευή ξύλινου δαπέδου (ξύλινο ντεκ).
Το θέμα είχε και παλαιότερα συζητηθεί δημόσια, ιδίως την περίοδο που είχε τεθεί σε διαβούλευση, μέσα από το Ηλεκτρονικό Περιβαλλοντικό Μητρώο (ΗΠΜ: eprm.ypen.gr), η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) της συνολικής πρότασης κατασκευής της επέκτασης της παλαιάς παραλίας. Οπότε και είχα εκθέσει τις απόψεις μου, τόσο στο ΗΠΜ, όσο και με σχετικό δημοσίευμα.
Όπως είναι γνωστό, στην προτεινόμενη λύση για την επέκταση προβλέπονται:
- Κατασκευή ξύλινου καταστρώματος (ντεκ) που θα εδράζεται σε μεταλλικούς δοκούς και 352 τσιμεντένιους πασσάλους (σε 2 σειρές, διαμέτρου1,0 m), σε όλο το μήκος της παλιάς παραλίας (1.100 m).
- Κατασκευή αναχώματος από φυσικούς ογκολίθους και λιθορριπή, σε επαφή με το υφιστάμενο κρηπίδωμα, κάτω από το ξύλινο κατάστρωμα, με έξαλο τμήμα πλάτους 2,00m το οποίο θα βρίσκεται 0,50m πάνω από τη μέση στάθμη θάλασσας.
- Κατασκευή συστοιχίας από τέσσερεις ύφαλους κυματοθραύστες μήκους 230m ο καθένας, επίσης από φυσικούς ογκόλιθους και λιθορριπή, σε απόσταση περίπου 25m από το υφιστάμενο κρηπίδωμα, με πλάτος στέψης 2,30m, η οποία θα βρίσκεται 1,50m κάτω από τη μέση στάθμη της θάλασσας.
Το σύνολο των προτεινόμενων κατασκευών ξύλινο κατάστρωμα, πάσσαλοι, ανάχωμα και συστοιχία των βυθισμένων κυματοθραυστών, θα έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός υφάλου παράλληλου με την παραλία (που η στέψη του θα βρίσκεται σε βάθος 1,50 m κάτω από τη μέση στάθμη της θάλασσας), και τη δημιουργία μεταξύ του υφάλου και της επέκτασης της παραλίας (επί των υποστυλωμάτων) μιας «κλειστής» θαλάσσιας περιοχής, πλάτους ~23 μέτρων από το παλαιό κρηπίδωμα.
Επομένως, σε όλο το μήκος της παλιάς παραλίας, μετά την κατασκευή των ξύλινου καταστρώματος και των βυθισμένων κυματοθραυστών, θα είναι αδύνατη, αλλά και θα απαγορεύεται (όπως επισημαίνει και η γνωμοδότηση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας) η προσέγγιση σκαφών, ακόμη και στις περιπτώσεις επετειακού χαρακτήρα όπως συνέβαινε στο παρελθόν (π.χ. ναυτική εβδομάδα, κ.α.) ή έκτακτης ανάγκης.
Στην «κλειστή» θαλάσσια περιοχή που θα δημιουργηθεί μεταξύ του κρηπιδώματος της παλαιάς παραλίας και της συστοιχίας των ύφαλων κυματοθραυστών, τα θαλάσσια ρεύματα που δημιουργούνται από τον άνεμο ή/και τα κύματα θα είναι πολύ ασθενή (έως και ανύπαρκτα), με αποτέλεσμα την απουσία ανανέωσης των θαλασσίων μαζών, δηλαδή την δημιουργία (περίπου) στάσιμων νερών.
Όπως είναι γνωστό, στο βόρειο τμήμα του Κόλπου της Θεσσαλονίκης τα φαινόμενα ευτροφισμού ή/και ερυθράς παλίρροιας είναι αρκετά συχνά και σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα έντονα και μεγάλης διάρκειας όπως αυτό που συνέβη τις προηγούμενες ημέρες (ξεκίνησε στις πρώτες ημέρες του Ιουνίου) και συνοδεύτηκε και με το φαινόμενο της βλεννώδους επιφανειακής συσσώρευσης στον Όρμο Θεσσαλονίκης.
Οι παράγοντες που ευνοούν την αύξηση του φυτοπλαγκτού σχετίζονται με την ύπαρξη και μεγάλη προσφορά θρεπτικών (αζώτου και φωσφόρου) στα νερά του Κόλπου Θεσσαλονίκης, αλλά η συσσώρευση του φυτοπλαγκτού ή/και της βλεννώδους μάζας στον Όρμο ευνοείται από τις υπάρχουσες υδροδυναμικές συνθήκες όπως είναι η περιορισμένη ανανέωση των νερών, η ύπαρξη αυξημένης θερμοκρασίας και νοτίων ανέμων.
Είναι σαφές ότι η ύπαρξη της «κλειστής» θαλάσσιας περιοχής, κάτω και μπροστά από το ξύλινο ντεκ θα ευνοεί τη συσσώρευση επιπλεόντων απορριμμάτων αλλά και της αυξημένης παραγωγής φυτοπλαγκτού ή/και βλεννώδους μάζας (όταν συμβαίνει) και την παραμονή τους για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, με συνακόλουθο (λόγω και της μείωσης του διαλυμένου οξυγόνου στο θαλασσινό νερό) την εντονότερη και μεγαλύτερης διάρκειας ύπαρξη πηγής δυσάρεστης οσμής και αισθητικής όχλησης.
Όπως είναι φανερό και έχει διαπιστωθεί και σε προηγούμενα αντίστοιχα επεισόδια έξαρσης του φυτοπλαγκτού, ή ερυθράς παλίρροιας, ή/και επιφανειακής συσσώρευσης βλέννας, ο επιφανειακός καθαρισμός των θαλασσινών νερών απαιτεί χρόνο και σκάφη ειδικού εξοπλισμού ενώ οι όγκοι υλικού και απορριμμάτων που απομακρύνονται είναι ιδιαίτερα μεγάλοι, γεγονός που συνηγορεί στο να εκφράζονται εύλογες επιφυλάξεις αν μπορούν άλλα μηχανικά μέσα να καθαρίζουν επαρκώς το θαλάσσιο χώρο κάτω από το ξύλινο ντεκ, με τη διπλή συστοιχία των πασσάλων και έως τους ύφαλους κυματοθραύστες.
Τα προηγούμενα συνηγορούν ότι η συνολική διαμόρφωση της επέκτασης και της συστοιχίας των βυθισμένων κυματοθραυστών θα έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη συσσώρευση επιπλεόντων στερεών και φυτοπλαγκτού, και τελικά την εμφάνιση μεγαλύτερων προβλημάτων ρύπανσης και αισθητικής υποβάθμισης, από τα σημερινά εμφανιζόμενα.
Είναι σαφές από τα επιπλέον έργα που συνοδεύουν το ξύλινο ντεκ ότι η συνολική λύση της επέκτασης δεν είναι ολικά «αναστρέψιμη», αφού όπως και η μελέτη αναφέρει, αν υλοποιηθεί η απομάκρυνση του ξύλινου καταστρώματος και των μεταλλικών δοκών, θα γίνει μόνον η αποκοπή του έξαλου (πάνω από τη στάθμη του θαλάσσιου πυθμένα) τμήματος των τσιμεντένιων πασσάλων, ενώ, το προστατευτικό ανάχωμα από φυσικούς ογκόλιθους και λιθορριπή και η συστοιχία των ύφαλων κυματοθραυστών, θα παραμείνουν στη θέση της κατασκευής τους. Και μαζί με τη δική τους παραμονή θα παραμένουν και τα επιπλέον προβλήματα που δημιουργούνται και έχουν περιγραφεί προηγούμενα. Δηλαδή, (α) η περιορισμένη ανανέωση των θαλασσίων μαζών στην περιοχή μεταξύ της συστοιχίας των κυματοθραυστών και της παλιάς παραλίας, με επακόλουθο την πιθανή αύξηση φαινομένων ευτροφισμού, ερυθράς παλίρροιας και γενικότερα επεισοδίων ρύπανσης, και (β) η μη προσέγγιση σκαφών (μετά τους ύφαλους κυματοθραύστες και έως το παλιό κρηπίδωμα) που εκτός των άλλων δυσχεραίνει και τον καθαρισμό της θαλάσσιας αυτής περιοχής.
Οι προηγούμενες επισημάνσεις, για μικρή ανανέωση των νερών της θαλάσσιας περιοχής που θα δημιουργηθεί στη σκιά της συστοιχίας των ύφαλων κυματοθραυστών, και οι δυσκολίες στον καθαρισμό των επιπλεόντων στερεών, δεν διερευνώνται με επάρκεια στην περιβαλλοντική μελέτη (ΜΠΕ), ώστε να αποτιμηθούν πλήρως οι επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής του έργου. Επίσης, είναι μάλλον περιορισμένη η διερεύνηση για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις σχετικά με την κατασκευή του αναχώματος (μπροστά από το παλαιό κρηπίδωμα) και της συστοιχίας των ύφαλων κυματοθραυστών, έργα που αναφέρονται ως λιμενικά έργα στην ΜΠΕ.
Εύλογα αναρωτάται κάποιος:
Αν μοναδική λύση επέκτασης της παλιάς παραλίας είναι αυτή με το ξύλινο κατάστρωμα εδραζόμενο σε μεταλλικές δοκούς, μια λύση που όπως αναφέρθηκε προηγούμενα δεν είναι ολικά αναστρέψιμη, γιατί θα πρέπει το ξύλινο ντεκ και οι μεταλλικοί δοκοί να εδράζονται σε πασσάλους και όχι με κάποια άλλη διάταξη (π.χ. επί κιβωτίων οπλισμένου σκυροδέματος κατάλληλων διαστάσεων και βάρους);
Η χρήση άλλης λύσης έδρασης των μεταλλικών δοκών και του ξύλινου καταστρώματος θα είχε ως αποτέλεσμα αφενός να μπορεί να υπάρχει και μετά την επέκταση συνεχές κατακόρυφο μέτωπο (κρηπίδωμα) στο άκρο της επέκτασης, αλλά και να μην υπάρχει η ανάγκη επιπλέον προστασίας από συστοιχία ύφαλων κυματοθραυστών. Οπότε δεν θα προέκυπτε και η «κλειστή» θαλάσσια περιοχή με τα αυξημένα προβλήματα συσσώρευσης απορριμμάτων και ρύπανσης.
Συμπερασματικά: Η προτεινόμενη λύση επέκτασης της παλιάς παραλίας, με ξύλινο κατάστρωμα επί μεταλλικών δοκών και τσιμεντένιων πασσάλων, με το ανάχωμα προστασίας σε όλο το μήκος της παρέμβασης και τους τέσσερεις ύφαλους κυματοθραύστες, μπορεί να εξασφαλίζει επιπλέον χώρο για τους πεζούς και τους ποδηλάτες (χωρίς να παρεμβαίνει στην κυκλοφορία της Λεωφόρου Νίκης – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό είναι και καθολικά αποδεκτό), να συγκεντρώνει κάποια πλεονεκτήματα αναφορικά με την αισθητική διαμόρφωση της επέκτασης, αλλά δημιουργεί επιπλέον προβλήματα στον καθαρισμό της θαλάσσιας περιοχής (κατά μήκος της παλιάς παραλίας) και ίσως και περιβαλλοντικής της υποβάθμιση, και επιπρόσθετα θα είναι απαγορευτική στην προσέγγιση σκαφών σε όλο το μήκος της παλιάς παραλίας. Επίσης, η προβαλλόμενη αναστρεψιμότητα της συνολικής παρέμβασης είναι μερική και (αν ποτέ γίνει) δεν θα εξαλείψει τα προβλήματα που θα δημιουργήσουν τα συνοδά λιμενικά έργα (λιθορριπή προστασίας και βυθισμένοι κυματοθραύστες).