Γιατί μας αφορά ο θάνατος του Jason Arday;
Τάξη, φυλή και αναπηρία ως βιοπολιτική ανάγνωση μιας δημόσιας θυσίας - Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Δώρα Ψωμά, Υποψήφια Διδακτόρισσα στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ
Αρθρογραφεί στο TheOpinion η Δώρα Ψωμά, Υποψήφια Διδακτόρισσα στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ
Βρισκόμουν στους Δελφούς, στην 8η διοργάνωση της Delphi Academy of European Studies, μαζί με φοιτητές και καθηγητές από πανεπιστήμια Ivy League (τα κορυφαία αμερικανικά ιδρύματα), όταν ήρθε στο φως της δημοσιότητας η υπόθεση του τότε καθηγητή του Cambridge, Jason Arday. Τα πρωινά διαβάζαμε Foucault, Agamben, Esposito και Mbembe στο σεμινάριο του Timothy Campbell, καθηγητή στο Cornell University, για μια εξουσία που ασκείται πάνω στη ζωή και καταλύει τις διακρίσεις μεταξύ μορφών διακυβέρνησης. Το όνομα του Arday είχε ήδη αρχίσει να συζητιέται γύρω μου καθώς αρχίσαμε να βλέπουμε στην κατηγορία για λογοκλοπή που τον βάρυνε πέρα από ακαδημαϊκή διαμάχη. Ήταν αναπόφευκτη η σκέψη ότι επρόκειτο για μία υπόθεση με ρατσιστικό ή και ταξικό και μισαναπηρικό υπόβαθρο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Arday, αφού παραιτήθηκε από τη θέση του στο Faculty of Education του Jesus College, βρέθηκε νεκρός, σε ηλικία 41 ετών.

Η ιστορία του Arday γίνεται σιγά σιγά αφήγημα κοινωνικής, σχεδόν ταξικής, κινητικότητας: δες τι μπορεί να πετύχει ένα μαύρο παιδί από τις γειτονιές του Νότιου Λονδίνου με τον μεταναστευτικό πληθυσμό. Δες μάλιστα τι μπορεί να πετύχει ακόμα κι όταν μεγαλώνει με μαθησιακές δυσκολίες και αναπηρία. Γεννημένος στο Clapham από Γκανέζους γονείς. Δεν μιλάει ως τα έντεκα και ολοκληρώνει την επίσημη σχολική του φοίτηση σχεδόν αγράμματος. Κι όμως στα 18 πιάνει τα βιβλία. Αναγορεύεται διδάκτορας το 2015 από το Liverpool John Moores University, διδάσκει στο Durham University και στο University of Glasgow. Η ανοδική του πορεία ακούγεται συναρπαστική! Το 2023, σε ηλικία 37 ετών, γίνεται ο νεότερος μαύρος καθηγητής στην οκτακοσίων ετών ιστορία του Cambridge, ο έκτος μαύρος καθηγητής του ιδρύματος συνολικά. Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στη φυλετική ανισότητα στα βρετανικά ΑΕΙ και στην ψυχική υγεία μαύρων φοιτητών και φοιτητριών, θέματα που, με τραγική ειρωνεία, θα σφραγίσουν και το τέλος του.
Τον Ιούλιο του 2026, ο Nathan Cofnas, πρώην ερευνητής στο Cambridge, δημοσίευσε στο Substack του καταγγελία για εκτεταμένη λογοκλοπή στη διδακτορική διατριβή του Arday, δηλαδή για χρήση ξένου κειμένου ή ιδεών χωρίς κατάλληλη αναφορά στην πηγή τους. Ο Cofnas αυτοπροσδιορίζεται ως «ρεαλιστής της φυλής» («race realist»), ενστερνιζόμενος την άποψη ότι υπάρχουν έμφυτες, βιολογικές διαφορές νοημοσύνης ανάμεσα σε φυλές κι ότι αν τα κριτήρια επιλογής προσωπικού ήταν αντικειμενικά, τότε οι μαύροι άνθρωποι θα είχαν καλές επιδόσεις μόνο στον αθλητισμό και στον τομέα της ψυχαγωγία. Η καταγγελία επεκτάθηκε στη συνέχεια και σε αμφισβήτηση άλλων στοιχείων της βιογραφίας του Arday, όπως στα αθλητικά του επιτεύγματα και στη φιλανθρωπική του δράση.

Λίγες μέρες μετά, το Liverpool John Moores University, το πανεπιστήμιο που είχε απονείμει τον τίτλο, εξέτασε τις καταγγελίες και έκρινε ότι επρόκειτο για ειλικρινή λάθη, όχι απάτη. Ο Arday παραδέχθηκε τα λάθη αλλά αρνήθηκε ότι είχε πει ψέματα. Ο Cofnas υποστήριξε δημόσια ότι ο διορισμός οφειλόταν σε πολιτική Equity, Diversity and Inclusion (EDI, στα ελληνικά «Ισότητα, Διαφορετικότητα και Συμπερίληψη»). Ο Arday παραιτήθηκε στις 5 Αυγούστου. Εννέα μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στο Battersea του Λονδίνου. Η αστυνομία δεν έκρινε τον θάνατο ύποπτο, και οφείλω να το πω καθαρά εδώ: δεν αποκλείεται να ήταν πράγματι τυχαίος, χωρίς καμία σχέση με όσα προηγήθηκαν. Δεν έχω τρόπο να το γνωρίζω αυτό, ούτε κανείς άλλος ακόμα.
Αυτό όμως που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι το πριν. Η οικογένειά του, σε ανακοίνωση μέσω του εκδοτικού οίκου Simon & Schuster UK, μίλησε για το σοκ της απώλειας ενός «καταπληκτικού πατέρα, συντρόφου, αδελφού, θείου και γιου». Ο δήμαρχος του Λονδίνου Sadiq Khan μίλησε για δημόσιο διασυρμό. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε αγρυπνία στην Trafalgar Square το βράδυ της Δευτέρας 17 Αυγούστου.

Η αρθρογράφος Karen Attiah, σε άρθρο της με τίτλο “Jason Arday’s Death and the Age of Digital Racial Terror” στο Substack της, έγραψε ότι ο Arday υπέστη μια σύγχρονη μορφή αυτού που ονόμασε «ψηφιακή φυλετική τρομοκρατία». Το CNN, το Al Jazeera και η Washington Post κάλυψαν εκτενώς την υπόθεση, με το Al Jazeera να μιλά ανοιχτά για θεσμική δολοφονία. Είτε ο θάνατος συνδέεται τελικά με όλο αυτό είτε όχι, η ίδια η εκστρατεία -ειδικά η δυσαναλογία της- είναι το γεγονός που αξίζει να εξεταστεί, ανεξάρτητα από την έκβασή του.
Γιατί όμως μια κατηγορία περί λογοκλοπής, ζήτημα τεχνικό και σχετικά συνηθισμένο στην ακαδημαϊκή κοινότητα, να μετατραπεί τόσο γρήγορα σε σκάνδαλο με ρατσιστικό ή και μισαναπηρικό υπόβαθρο; Η δική μου απάντηση, και εδώ αναλαμβάνω πλήρως τη θέση, είναι ότι ο Arday δεν κατέρρευσε παρά τη συμβολική του αξία. Αντίθετα, κατέρρευσε εξαιτίας της. Ο ιστορικός Paul Tiyambe Zeleza, σε άρθρο του με τίτλο «Who Killed Jason Arday?», περιγράφει ακριβώς αυτό: όχι μεμονωμένη τραγωδία, αλλά «συμπερίληψη που αποκλείει»· ένα ίδρυμα που ενθαρρύνει και επικροτεί τη διαφορετικότητα τη στιγμή που εγκαταλείπει όποιον και όποια την ενσαρκώνει, μόλις πάψουν να εξυπηρετούν τη θεσμική εικόνα.
Το Cambridge δεν προσέλαβε τον Arday μόνο για το έργο του, τον προσέλαβε και ως απόδειξη ότι ένα ίδρυμα οκτακοσίων ετών μπορεί να αλλάξει. Η ίδια συμβολική φόρτιση που τον έκανε τόσο πολύτιμο όσο ανέβαινε, τον έκανε εξίσου εύκολο στόχο τη στιγμή που κάτι πήγε στραβά. Ένας λευκός καθηγητής ή μία λευκή καθηγήτρια με παρόμοιο πρόβλημα καταγραφής παραπομπών σε διδακτορική διατριβή ίσως να μην είχε υποστεί τόση δημόσια έκθεση. Στην χειρότερη περίπτωση, θα καταλογιζόταν ως προσωπική αστοχία. Ο Arday δεν είχε αυτή την πολυτέλεια, γιατί δεν εκπροσωπούσε μόνο τον εαυτό του, εκπροσωπούσε μια αφήγηση προόδου που το ίδιο το ίδρυμα είχε ανάγκη να διηγηθεί για τον εαυτό του. Όταν η αφήγηση αμφισβητήθηκε, το ίδρυμα δεν υπερασπίστηκε τον άνθρωπο, υπερασπίστηκε την εικόνα του.
Αυτό είναι, νομίζω, το σημείο όπου η θεωρία που διάβαζα όλο το καλοκαίρι στους Δελφούς παύει να είναι αφηρημένη. Ο Foucault έγραψε ότι η σύγχρονη εξουσία δεν σκοτώνει πια απευθείας· είναι η εξουσία να «κάνει κάποιον να ζει και να αφήνει κάποιον να πεθαίνει» (“make live and let die”) χωρίς αυτό να μοιάζει ποτέ με βία. Σε μάθημά του στο Collège de France τον Μάρτιο του 1976, αργότερα δημοσιευμένο με τίτλο «Society must be defended», ο Foucault διευκρίνιζε ότι αυτή η «θανάτωση» δεν σημαίνει μόνο κυριολεκτικό φόνο, αλλά και κάθε μορφή έμμεσης εξόντωσης: την έκθεση κάποιου σε κίνδυνο, ή, απλούστερα, τον πολιτικό θάνατο, τον αποκλεισμό, την απόρριψη. Δεν χρειάζεται κανείς να υπογράψει διαταγή, δεν χρειάζεται καν να το αποφασίσει συνειδητά.
Το ίδιο το πανεπιστήμιο τον απάλλαξε επίσημα από την κατηγορία της απάτης, όμως αυτή η δικαστική κρίση δεν είχε καμία δύναμη να τον προστατέψει, γιατί δεν ήταν πια ο νόμος που αποφάσιζε την τύχη του· ήταν ο κοινωνικός κανόνας (ή ακόμα και ο κοινωνικός και διαδικτυακός κανιβαλισμός), η κρίση του Τύπου και της κοινής γνώμης, που λειτουργεί παράλληλα και συχνά ανεξάρτητα από τη Δικαιοσύνη. Αρκεί ένας θεσμός να αποσύρει σιωπηλά την προστασία του από κάποιον τη στιγμή που παύει να τον εξυπηρετεί, και όλα τα υπόλοιπα -ο Τύπος, τα σχόλια στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, η δημόσια κατακραυγή- αναλαμβάνουν να κάνουν όσα ο θεσμός δεν χρειάζεται πια να κάνει ο ίδιος. Αυτό δεν είναι μια θεωρία ειδικά διατυπωμένη για το Cambridge. Είναι το πρότυπο κάθε θεσμού, ελληνικού ή βρετανικού, πανεπιστημιακού ή όχι, που αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα σαν επίτευγμα προς επίδειξη ενώ δεν κάνει τίποτα απολύτως για να διορθώσει τις ανισότητες δομικά. Η υπόθεση Arday μας αφορά επειδή ο ίδιος χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο, σκυλεύτηκε πριν ακόμα πεθάνει, και ο θάνατός του αφέθηκε τελικά να συμβεί, χωρίς κανείς να βρεθεί να τον υπερασπιστεί.
Σημείωση: Η αστυνομία δεν έχει κρίνει τον θάνατο του Jason Arday ύποπτο, ούτε έχει ανακοινωθεί επίσημα αιτία θανάτου· η υπόθεση παραμένει εν εξελίξει και ενδεχομένως και να μην έχει σχέση με όσα προηγήθηκαν. Το κείμενο αυτό αφορά τη θεσμική και κοινωνική διάσταση της υπόθεσης, όχι διάγνωση της αιτίας θανάτου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αποφεύγει επιμελώς λέξεις όπως «αυτοκτονία» ή «λιντσάρισμα», μια σιωπή που, ειρωνικά, αναπαράγει τον ίδιο μηχανισμό εγκατάλειψης που περιγράφει το κείμενο.
Πηγές / σύνδεσμοι:
- CNN: https://www.cnn.com/2026/08/16/uk/arday-uk-racism-debate-intl
- Karen Attiah, «Jason Arday’s Death and the Age of Digital Racial Terror», Substack: https://karenattiah.substack.com/p/jason-ardays-death-and-the-age-of
- Nathan Cofnas, «DEI Fraud and Cover-Up at Cambridge», Substack: https://ncofnas.com/p/dei-fraud-and-cover-up-at-cambridge
- Paul Tiyambe Zeleza, «Who Killed Jason Arday?», Substack: https://aulddf.substack.com/p/who-killed-jason-arday
- Golnoosh, «My Two Pounds on the Tragedy of Jason Arday», Substack: https://golnooshrights.substack.com/p/my-two-pounds-on-the-tragedy-of-jason
- Al Jazeera: https://www.aljazeera.com/opinions/2026/8/17/jason-ardays-death-is- institutional-murder
- Washington Post: https://www.washingtonpost.com/world/2026/08/15/death- black-scholar-jason-arday-reverberates-cambridge-beyond/
- Jason Arday, ερευνητικό έργο, ResearchGate: https://www.researchgate.net/scientific-contributions/Jason-Arday-2146695246
Δοκίμια που αναφέρονται στο άρθρο
- Agamben, G. (2000). Means without end: Notes on politics (V. Binetti & C. Casarino, Trans.). University of Minnesota Press.
- Foucault, M. (2003). “Society must be defended”: Lectures at the Collège de France, 1975–1976 (D. Macey, Trans.). Picador.
- Foucault, M. (2013). Right of death and power over life. In T. Campbell & A. Sitze (Eds.), Biopolitics: A reader (pp. 41–60). Duke University Press.