Στενά του Ορμούζ: Το Ιράν απειλεί την Ευρώπη – Οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους
Νέα ένταση προκαλεί η αντιπαράθεση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, την ώρα που οι σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν παραμένουν σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο και οι διπλωματικές προσπάθειες για την αποκλιμάκωση του πολέμου βρίσκονται ουσιαστικά στον πάγο.
Το τελευταίο διάστημα, οι δύο πλευρές στέλνουν αντικρουόμενα μηνύματα για την κατάσταση στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι τα Στενά λειτουργούν και ότι ο ναυτικός αποκλεισμός του Ιράν παραμένει αποτελεσματικός, ενώ η Τεχεράνη επιμένει ότι η διέλευση δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τους δικούς της όρους.
Την ίδια στιγμή, νέα στοιχεία για την κίνηση των πλοίων δείχνουν ότι η εικόνα είναι περισσότερο σύνθετη. Μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυσιπλοΐας φαίνεται να μετακινείται προς τη διαδρομή που βρίσκεται στην πλευρά του Ομάν, ενώ αρκετά δεξαμενόπλοια επιλέγουν να απενεργοποιούν τους πομπούς εντοπισμού τους για να περιορίσουν τον κίνδυνο να γίνουν στόχος.
Η Ουάσιγκτον εξετάζει αλλαγή στρατηγικής
Παράλληλα με τη μάχη για τον έλεγχο των θαλάσσιων διελεύσεων, το αμερικανικό Πεντάγωνο φέρεται να επανεξετάζει το στρατιωτικό αποτύπωμα των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, το οποίο επικαλείται Αμερικανούς αξιωματούχους και πρόσωπα με γνώση των σχεδιασμών, εξετάζεται ακόμη και η απομάκρυνση μέρους των αμερικανικών δυνάμεων από βάσεις στην περιοχή μετά το τέλος της σύγκρουσης.
Η εξέλιξη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις ζημιές που έχουν υποστεί αμερικανικές εγκαταστάσεις από ιρανικές επιθέσεις. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης καταγράψει απώλειες προσωπικού, ενώ η αντιπυραυλική άμυνα των βάσεων έχει καταναλώσει περισσότερους από 1.000 αναχαιτιστικούς πυραύλους.
Η πίεση στα αποθέματα Patriot και THAAD αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που οδηγεί την Ουάσιγκτον να εξετάζει εναλλακτικές. Το κόστος αποκατάστασης ορισμένων εγκαταστάσεων εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει τα 5 δισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που ενισχύει τη συζήτηση για διαφορετική κατανομή των αμερικανικών δυνάμεων.
Στο τραπέζι βρίσκονται, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επιλογές που θα μεταφέρουν μέρος της στρατιωτικής παρουσίας μακρύτερα από το Ιράν, μεταξύ άλλων προς την Ιορδανία, το Ισραήλ ή περιοχές της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η απειλή της Τεχεράνης προς τις χώρες του Κόλπου
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις νέες προειδοποιήσεις της Τεχεράνης προς τα κράτη του Περσικού Κόλπου.
Ο επικεφαλής των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Αλί Αμπντολαχί, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε βοήθεια ή διευκόλυνση προς τις αμερικανικές δυνάμεις θα θεωρηθεί συμμετοχή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.
Η δήλωση έρχεται ενώ το αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS George Washington κατευθύνεται προς την περιοχή, προκειμένου να αντικαταστήσει το USS Abraham Lincoln. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι παρακολουθεί στενά την παρουσία αμερικανικών αεροσκαφών και στρατιωτικού εξοπλισμού στις βάσεις των χωρών του Κόλπου.
Το μήνυμα προς τις χώρες της περιοχής είναι σαφές: η ουδετερότητα, σύμφωνα με την ιρανική πλευρά, δεν μπορεί να συνυπάρχει με την παροχή στρατιωτικών διευκολύνσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σενάρια για ιρανικά πλήγματα στην Ευρώπη
Την ίδια ώρα, οι ανησυχίες για πιθανή επέκταση της σύγκρουσης πέρα από τη Μέση Ανατολή εντείνονται. Δημοσίευμα των Financial Times, που επικαλείται πηγή κοντά στο ιρανικό καθεστώς, αναφέρει ότι η Τεχεράνη εξετάζει το ενδεχόμενο να στοχεύσει αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ευρώπη σε περίπτωση νέας μεγάλης κλιμάκωσης.
Στα σενάρια που φέρεται να έχουν εξεταστεί περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Βουλγαρία και η Κύπρος. Οι πληροφορίες αυτές δεν σημαίνουν ότι έχει ληφθεί απόφαση για επίθεση, αλλά αποτυπώνουν το εύρος των επιλογών που εξετάζονται στο πλαίσιο της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής.
Παράλληλα, έχουν αναφερθεί και σενάρια για επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, γεγονός που ενισχύει την ανησυχία ότι μία νέα φάση του πολέμου θα μπορούσε να αποκτήσει ευρύτερη γεωγραφική διάσταση.
Τα Ορμούζ παραμένει το μεγάλο διακύβευμα
Τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διαύλους για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο προς τις διεθνείς αγορές.
Τα στοιχεία της Kpler δείχνουν ότι η εμπορική κίνηση έχει αρχίσει να μεταβάλλεται σημαντικά. Περισσότερο από το 80% των διελεύσεων που καταγράφηκαν τις τελευταίες δύο εβδομάδες φέρεται να ακολουθεί τη διαδρομή στην πλευρά του Ομάν, η οποία έχει εγκριθεί στο πλαίσιο της διεθνούς ναυσιπλοΐας αλλά δεν γίνεται αποδεκτή από την Τεχεράνη.
Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με την εικόνα μόλις έναν μήνα νωρίτερα, όταν η κίνηση μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής ήταν σχεδόν μηδενική. Η επιλογή του Ομάν έχει και οικονομική διάσταση. Το Ιράν επιδιώκει να επιβάλει τέλη στα πλοία που χρησιμοποιούν το πέρασμα, όμως οι ναυτιλιακές εταιρείες και οι χώρες της περιοχής εμφανίζονται απρόθυμες να αποδεχθούν αυτή την απαίτηση.
Παράλληλα, χώρες όπως το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα χρησιμοποιούν μεγάλα δεξαμενόπλοια για να μεταφέρουν πετρέλαιο και στη συνέχεια πραγματοποιούν μεταφορτώσεις έξω από την πιο επικίνδυνη ζώνη, στον Κόλπο του Ομάν.
Η πραγματική εικόνα, ωστόσο, είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια. Ορισμένα πλοία απενεργοποιούν τους αναμεταδότες τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πρακτική που έχει γίνει γνωστή ως «σκοτεινή» ναυσιπλοΐα. Έτσι, οι υπηρεσίες παρακολούθησης μπορούν να χάσουν την ακριβή εικόνα των κινήσεων, αν και δορυφορικά δεδομένα μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να βοηθήσουν στον εντοπισμό τους.
Η Τεχεράνη επιμένει ότι τα Στενά παραμένει κλειστό
Παρά τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις, το Ιράν εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το Ορμούζ παραμένει κλειστό έως ότου ικανοποιηθούν οι όροι που έχει θέσει.
Ο επικεφαλής διαπραγματευτής της Τεχεράνης, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ, έχει συνδέσει την επαναλειτουργία του Στενού με την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων, την άρση του πετρελαϊκού εμπάργκο και τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η θέση αυτή απέχει σημαντικά από εκείνη του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στις 18 Αυγούστου δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ούτε διεξάγονται συνομιλίες με την Τεχεράνη και ότι τα Στενά είναι ανοικτά. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι οι θαλάσσιες νάρκες έχουν απομακρυνθεί ή εξουδετερωθεί.
Οι δηλώσεις του ήρθαν σε αντίθεση με προηγούμενες αναφορές του ειδικού απεσταλμένου του, Τζάρεντ Κούσνερ, περί θετικών συνομιλιών. Σύμφωνα με πηγή του Γαλλικού Πρακτορείου, ο διάλογος έχει πλέον ανασταλεί.
Νέα κρίση στις σχέσεις Ιράν – ΗΑΕ
Στο μεταξύ, η ένταση μεταφέρθηκε και στις σχέσεις της Τεχεράνης με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Αμπού Ντάμπι κατηγόρησε το Ιράν ότι εκτόξευσε δύο βαλλιστικούς πυραύλους, οι οποίοι κατέληξαν στη θάλασσα και, σύμφωνα με την εμιρατινή πλευρά, είχαν στόχο τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Ως απάντηση, τα ΗΑΕ ανακοίνωσαν την αναστολή των εμπορικών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών με το Ιράν μέχρι νεοτέρας.
Η Τεχεράνη απέρριψε τις κατηγορίες και αρνήθηκε ότι εκτόξευσε πυραύλους εναντίον των Εμιράτων. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ομάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα βρίσκεται σε συνομιλίες με την Τεχεράνη για το μέλλον της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, ενώ το Κατάρ εκτιμά ότι μια πιθανή συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επανέναρξη των ευρύτερων διαπραγματεύσεων.
Το Ορμούζ, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα στρατιωτικό μέτωπο. Είναι ταυτόχρονα ένα κρίσιμο οικονομικό σημείο για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και ένα από τα βασικά πεδία όπου συγκρούονται οι στρατηγικές ΗΠΑ και Ιράν.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν δείχνει έναν ξεκάθαρο νικητή. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να απειλεί τη ναυσιπλοΐα και να αυξάνει το κόστος για όσους επιχειρούν να κινηθούν στην περιοχή, ενώ η Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει ενισχύσει την ικανότητά της να προστατεύει μέρος των διελεύσεων και να περιορίζει την αποτελεσματικότητα της ιρανικής πίεσης.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος «ελέγχει» το Στενό, αλλά πόσο μπορεί κάθε πλευρά να διατηρήσει την επιρροή της χωρίς να οδηγήσει τη σύγκρουση σε μια νέα, πολύ ευρύτερη κλιμάκωση.