Από την αποζημίωση στην πρόληψη και από την τύχη στην ασφάλεια
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Άρης Δημητρίου, εκπαιδευτής σκύλων και συνεργάτης ΟΤΑ για τη διαχείριση αδέσποτων
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Άρης Δημητρίου, εκπαιδευτής σκύλων και συνεργάτης ΟΤΑ για τη διαχείριση αδέσποτων
Η διαχείριση των αδέσποτων παραμένει ένα σύνθετο ζήτημα για τους δήμους και τις τοπικές κοινωνίες, καθώς συνδέεται όχι μόνο με την προστασία των ζώων, αλλά και με την ασφάλεια των πολιτών στον δημόσιο χώρο.
Ποιος έχει την ευθύνη εάν ένας πολίτης υποστεί σωματική βλάβη από αδέσποτο;
Η απάντηση ήταν ότι αποτελούσε χρόνιο αίτημα των αιρετών η αποποινικοποίηση του συγκεκριμένου ζητήματος και ότι, εάν ένας πολίτης υποστεί βλάβη, αυτό που δικαιούται είναι χρηματική αποζημίωση από τον Δήμο. Και αυτό υλοποιήθηκε με τον νέο κώδικα ΟΤΑ.
Ως παράδειγμα αναφέρθηκε η περίπτωση ενός πολίτη που μπορεί να πέσει και να τραυματιστεί εξαιτίας κακοτεχνίας σε ένα πεζοδρόμιο.
Η απάντηση αυτή, όμως, ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση.
Γιατί η ασφάλεια του πολίτη δεν μπορεί να αρχίζει από την αποζημίωση.
Η αποζημίωση έρχεται μετά τη βλάβη.
Η δημόσια πολιτική οφείλει να λειτουργεί πριν από αυτήν.
Ας πάρουμε το πιο απλό παράδειγμα
Ένα αδέσποτο βρίσκεται σε έναν δρόμο.
Περνά ένας άνθρωπος. Τίποτα.
Περνά δεύτερος. Τίποτα.
Τρίτος, τέταρτος, πέμπτος.
Περνούν δέκα άνθρωποι και το ζώο δεν αντιδρά σε κανέναν.
Και μετά περνά ο ενδέκατος.
Και το ζώο τον δαγκώνει.
Ποιος μπορούσε να γνωρίζει ότι ο ενδέκατος θα ήταν ο άνθρωπος που θα δεχόταν την επίθεση;
Κανείς.
Το γεγονός ότι ένα ζώο δεν έχει επιτεθεί μέχρι σήμερα δεν αποτελεί εγγύηση ότι δεν θα επιτεθεί αύριο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αδέσποτο είναι επικίνδυνο.
Σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό:
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα πώς θα αντιδράσει ένα ζώο σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε κατάσταση και σε κάθε χρονική στιγμή.
Ο πολίτης δεν γνωρίζει το ιστορικό του ζώου.
Δεν γνωρίζει τι μπορεί να το φοβίσει.
Δεν γνωρίζει πώς θα αντιδράσει σε ένα παιδί που τρέχει, σε έναν ποδηλάτη, σε μια απότομη κίνηση ή σε μια απρόβλεπτη κατάσταση.
Ο πολίτης απλώς περνά από τον δημόσιο χώρο.
Και δεν μπορεί η ασφάλειά του να εξαρτάται από το αν θα είναι ο δέκατος ή ο ενδέκατος άνθρωπος που θα συναντήσει το συγκεκριμένο ζώο.
Ο ενδέκατος πολίτης δεν μπορεί να είναι το πείραμα.
Η ασφάλεια του ανθρώπου είναι αόρατη
Υπάρχει όμως κάτι που σπάνια καταγράφεται στους πίνακες και στις στατιστικές:
ο φόβος του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος που βλέπει ένα σκυλί στον δρόμο και αλλάζει πεζοδρόμιο.
Ο γονιός που δεν αφήνει το παιδί του να κινηθεί μόνο του σε μια συγκεκριμένη διαδρομή.
Ο ηλικιωμένος που αποφεύγει έναν δρόμο.
Ο ποδηλάτης που κατεβαίνει από το ποδήλατο επειδή φοβάται ότι θα τον κυνηγήσουν.
Ο πολίτης που επιλέγει διαφορετική διαδρομή για να μην περάσει από ένα σημείο.
Αυτά δεν καταγράφονται ως επιθέσεις.
Δεν γίνονται στατιστική.
Δεν εμφανίζονται σε έναν πίνακα αποζημιώσεων.
Όμως είναι πραγματική απώλεια ασφάλειας.
Η ασφάλεια του ανθρώπου είναι σε μεγάλο βαθμό αόρατη μέχρι τη στιγμή που θα χαθεί.
Και ο φόβος είναι ακόμη πιο αόρατος.
Μπορούμε να μετρήσουμε στειρώσεις, να μετρήσουμε περισυλλογές και να μετρήσουμε αποζημιώσεις.
Πώς μετράμε όμως τον άνθρωπο που φοβάται να περάσει από έναν δρόμο;
Και αν δεν τον μετράμε, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει;
Από το 2012 μέχρι σήμερα: αλλάξαμε νόμους, όχι φιλοσοφία
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα.
Από το 2012 μέχρι σήμερα, με 2 διαφορετικά νομοθετήματα, και διαφορετικές διοικητικές δομές, η βασική φιλοσοφία της διαχείρισης των αδέσποτων παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια.
Εξακολουθούμε να επικεντρωνόμαστε κυρίως στη διαχείριση του ζώου, χωρίς να έχουμε δημιουργήσει έναν αντίστοιχα ισχυρό μηχανισμό διαχείρισης του κινδύνου στον δημόσιο χώρο.
Και εδώ πρέπει να τεθεί ένα απλό ερώτημα:
Αν η ίδια φιλοσοφία εφαρμόζεται για περισσότερο από μία δεκαετία και το πρόβλημα εξακολουθεί να απασχολεί έντονα τους Δήμους και τις τοπικές κοινωνίες, μήπως δεν χρειάζεται άλλη μία τροποποίηση της ίδιας λογικής, αλλά αλλαγή της ίδιας της λογικής;
Δεν μπορεί η απάντηση σε ένα πρόβλημα που επιμένει επί χρόνια να είναι πάντα περισσότερη από την ίδια συνταγή.
Το πρόβλημα δεν είναι ίδιο σε όλη την Ελλάδα
Για μεγάλο μέρος της χώρας, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια, το πρόβλημα των αδέσποτων δεν είναι θεωρητικό.
Είναι ο δρόμος προς το σχολείο.
Είναι ο άνθρωπος που περπατά το πρωί.
Είναι ο ηλικιωμένος.
Είναι το παιδί με το ποδήλατο.
Είναι ο εργαζόμενος που κινείται σε αγροτική ή βιομηχανική περιοχή.
Είναι η καθημερινότητα.
Η πραγματικότητα μιας μικρής ή μεσαίας πόλης, ενός χωριού ή μιας αγροτικής περιοχής δεν είναι ίδια με την πραγματικότητα ενός πυκνοκατοικημένου αστικού κέντρου.
Και αυτή η διαφοροποίηση πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στον σχεδιασμό της εθνικής πολιτικής.
Δεν μπορεί μία ενιαία φιλοσοφία να σχεδιάζεται με βάση την εμπειρία των μεγάλων αστικών κέντρων και να εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο πολίτης της περιφέρειας πρέπει να ακουστεί.
Γιατί εκεί όπου το πρόβλημα είναι καθημερινό, η πολιτεία οφείλει να βλέπει την πραγματικότητα όχι από τα γραφεία, αλλά από τον δρόμο.
Και η απάντηση του πολιτικού τι μήνυμα περνά στον πολίτη;
Εδώ υπάρχει και μια σημαντική πολιτική διάσταση.
Όταν ένας πολίτης ακούει από ένα πολιτικό πρόσωπο ότι, εάν τραυματιστεί από αδέσποτο, το ζήτημα είναι η χρηματική αποζημίωσή του, τι ακριβώς πρέπει να καταλάβει;
Ότι υπάρχει ένας ισχυρός μηχανισμός πρόληψης και ασφάλειας που λειτουργεί και, παρά τα μέτρα, μπορεί να συμβεί ένα περιστατικό;
Ή ότι το κράτος έχει αποδεχθεί πως ο πολίτης μπορεί να εκτεθεί στον κίνδυνο και έχει απλώς ρυθμίσει ποιος θα πληρώσει μετά;
Η διαφορά είναι τεράστια.
Γιατί ο πολίτης δεν ζητά να γνωρίζει μόνο ποιος θα πληρώσει αν τραυματιστεί.
Ζητά να γνωρίζει ποιος εργάζεται ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να πληρωθεί.
Και εδώ είναι το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα.
Όταν ένα πολιτικό πρόσωπο δεν έχει εργαστεί επιχειρησιακά μέσα στον μηχανισμό πρόληψης και ασφάλειας ενός Δήμου, μπορεί να βλέπει το ζήτημα κυρίως από την πλευρά της νομικής ευθύνης.
Ο άνθρωπος όμως που βρίσκεται καθημερινά στον δρόμο το βλέπει διαφορετικά.
Δεν σκέφτεται: «Ποιος θα με αποζημιώσει;»
Σκέφτεται: «Ποιος θα με προστατεύσει;»
Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση της ζημιάς και στη διαχείριση της ασφάλειας.
Η διαβούλευση για τον 4830 πρέπει να ανοίξει αυτή τη συζήτηση
Η επόμενη συζήτηση για τον ν. 4830 δεν πρέπει να περιοριστεί σε τεχνικές διορθώσεις.
Πρέπει να εξετάσει εάν τα εργαλεία που διαθέτει σήμερα ο Δήμος επαρκούν για την πραγματικότητα που αντιμετωπίζει. Δεν μπορεί να απαιτούμε από έναν Δήμο να εγγυηθεί ότι κανένα αδέσποτο δεν θα προκαλέσει ποτέ βλάβη.
Αλλά ούτε μπορούμε να θεωρούμε λύση το:
«Μέχρι σήμερα δεν έχει δημιουργήσει πρόβλημα».
Γιατί αυτό δεν είναι πρόληψη.
Είναι αναμονή.
Και η αναμονή, όταν αφορά τη σωματική ακεραιότητα ανθρώπων, είναι μια μορφή διαχείρισης που βασίζεται στην τύχη.
Χρειάζονται πραγματικά εργαλεία.
Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε κάθε αδέσποτο ως επικίνδυνο.
Αλλά ούτε μπορούμε να αντιμετωπίζουμε κάθε αδέσποτο ως εκ προοιμίου ασφαλές.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Και ποιος έχει την ευθύνη για τα εργαλεία;
Ο Δήμος εφαρμόζει ένα θεσμικό πλαίσιο που δεν δημιούργησε ο ίδιος.
Η Πολιτεία καθορίζει τις αρμοδιότητες, τις διαδικασίες και τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί. Επομένως, δεν είναι λογικό να μεταφέρεται όλο το βάρος στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας. Όταν δίνεις ευθύνη χωρίς εργαλεία, δημιουργείς ευθύνη στα χαρτιά.
Και όταν οι Δήμοι επισημαίνουν επί χρόνια ότι συγκεκριμένα εργαλεία δεν επαρκούν και η Πολιτεία γνωρίζει το πρόβλημα αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά τη φιλοσοφία, τότε η συζήτηση για την ευθύνη πρέπει να πάει ένα επίπεδο ψηλότερα.
Όχι για να απαλλάξει τον Δήμο από τη δική του ευθύνη. Αλλά για να αποδώσει ευθύνη σε κάθε επίπεδο όπου υπάρχει αρμοδιότητα.
Γιατί υπάρχει μια βασική αρχή:
Η ευθύνη δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από την εξουσία και τα μέσα που διαθέτει κάποιος για να επηρεάσει το αποτέλεσμα.
Οι εθνικές εκλογές και το ερώτημα που δεν πρέπει να μείνει αναπάντητο
Οι επόμενες εθνικές εκλογές θα κρίνουν πολλά περισσότερα από την οικονομία, την εξωτερική πολιτική ή τη φορολογία.
Θα κρίνουν και το μοντέλο καθημερινότητας που θέλουμε.
Κι όμως, η διαχείριση των αδέσποτων σπάνια αντιμετωπίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι:
ζήτημα καθημερινότητας, δημόσιου χώρου και ασφάλειας.
Δεν χρειάζεται να γίνει κομματικό ζήτημα.
Πρέπει όμως να γίνει πολιτικό ζήτημα.
Κάθε κόμμα που ζητά την ψήφο του πολίτη οφείλει να απαντήσει:
Τι θα κάνετε για τα αδέσποτα;
Και ακόμη πιο συγκεκριμένα:
Τι θα κάνετε για την ασφάλεια του πολίτη στις περιοχές όπου το πρόβλημα είναι καθημερινό;
Όχι μόνο περισσότερες στειρώσεις.
Όχι μόνο περισσότερα χρήματα.
Όχι μόνο περισσότερες υποχρεώσεις στους Δήμους.
Αλλά:
Ποια εργαλεία θα δώσετε στον Δήμο;
Πώς θα προστατεύεται ο πολίτης πριν γίνει το περιστατικό;
Πώς θα ακούγεται ο Δήμος όταν λέει ότι ένα εργαλείο δεν λειτουργεί;
Και ποιος θα αναλαμβάνει την ευθύνη όταν η Πολιτεία γνωρίζει το πρόβλημα αλλά δεν αλλάζει το εργαλείο;
Όχι αποζημίωση αντί για πρόληψη
Η αποζημίωση είναι απαραίτητη όταν ένας άνθρωπος τραυματίζεται.
Αλλά δεν μπορεί να είναι η πολιτική απάντηση.
Γιατί η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τιμοκατάλογο.
Η χρηματική αποζημίωση είναι νομικός μηχανισμός αποκατάστασης μιας βλάβης.
Δεν είναι η αξία του ανθρώπου.
Και η Πολιτεία δεν μπορεί να λέει ουσιαστικά στον πολίτη:
«Πέρνα. Αν είσαι ο ενδέκατος και συμβεί κάτι, θα σε αποζημιώσουμε».
Αυτό δεν είναι πρόληψη.
Είναι διαχείριση της ζημιάς αφού αυτή έχει ήδη συμβεί.
Η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει ένα σύστημα στο οποίο ο πολίτης δεν θα χρειάζεται να είναι τυχερός.
Πριν από τον ενδέκατο
Ο πολίτης πρέπει να ενημερωθεί.
Ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
Πρέπει να καταλάβει ότι το ζήτημα των αδέσποτων δεν αφορά μόνο τη φιλοζωία.
Αφορά και τη δική του ασφάλεια.
Και πρέπει να ζητήσει απαντήσεις από αυτούς που αποφασίζουν.
Από την κυβέρνηση.
Από τα κόμματα.
Από τους υποψήφιους βουλευτές.
Όχι για να στραφεί εναντίον των ζώων.
Αλλά για να απαιτήσει ένα σύστημα που θα προστατεύει και τα ζώα και τον άνθρωπο.
Γιατί μια σύγχρονη πολιτεία δεν πρέπει να επιλέγει ανάμεσα στην προστασία του ζώου και στην προστασία του ανθρώπου.
Πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει και τα δύο.
Με κανόνες.
Με ευθύνη.
Με εργαλεία.