Αλέξης Τσίπρας: ο πρωθυπουργός που έπαιξε τη χώρα στα ζάρια
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Στέργιος Τζίλιας, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας
Αρθρογραφεί στο TheOpinion o Στέργιος Τζίλιας, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας
Από τα «νταούλια» στις κλειστές τράπεζες, στο τρίτο μνημόνιο και στο Υπερταμείο των 99 ετών
Στις 2 Σεπτεμβρίου ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου, θα βρεθεί ξανά στην πόλη, αυτή τη φορά στο πλαίσιο της ΔΕΘ. Δώδεκα χρόνια μετά το «συγκεκριμένο, ρεαλιστικό και κοστολογημένο» Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, επιστρέφει στον ίδιο τόπο για να ζητήσει ξανά από τους πολίτες να εμπιστευθούν ένα νέο οικονομικό σχέδιο.
Η συγκυρία δεν προσφέρεται για πολιτική αμνησία. Πριν κριθεί το νέο πρόγραμμα, αξίζει να θυμηθούμε τι απέγινε το προηγούμενο — και κυρίως ποια ήταν η διαδρομή από τις βεβαιότητες του 2014 στις κλειστές τράπεζες, στο τρίτο μνημόνιο και στο Υπερταμείο των 99 ετών. Υπάρχει μια βολική εξήγηση: ότι ο Αλέξης Τσίπρας απλώς δεν ήξερε τι έκανε. Αυτή δεν είναι αθώωση. Είναι ο πυρήνας της κατηγορίας. Όποιος ζητά να κυβερνήσει μια χώρα με τεράστιο χρέος, τράπεζες υπό πίεση και ελάχιστο περιθώριο λάθους δεν έχει δικαίωμα να μαθαίνει διακυβέρνηση εν ώρα καθήκοντος, πάνω στην πλάτη μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Η αλαζονεία αποδεικνύεται στην ίδια την πολιτική του συμπεριφορά: παρουσίασε αμφισβητούμενες εκτιμήσεις ως βεβαιότητες, μετέτρεψε τα συνθήματα σε διαπραγματευτική στρατηγική και αντιμετώπισε τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς σαν να μπορούσαν να υποχωρήσουν μπροστά στη δική του πολιτική βούληση. Στη διακυβέρνηση μιας χώρας αυτό δεν είναι τόλμη. Είναι πολιτικός τυχοδιωκτισμός.
Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκε ως «συγκεκριμένο, ρεαλιστικό και κοστολογημένο». Η κοστολόγησή του αμφισβητήθηκε δημόσια μέσα σε λίγες ημέρες, με αποκλίσεις πολλών δισεκατομμυρίων. Ο Τσίπρας όμως δεν μιλούσε με επιφυλάξεις. Δεν έλεγε ότι θα προσπαθήσει, ότι θα διαπραγματευτεί ή ότι το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Διαβεβαίωνε ότι το μνημόνιο θα αντικατασταθεί από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής του, πριν και ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης.
Είχε προηγηθεί η κατάργηση όλων των μέτρων λιτότητας «με έναν νόμο και σε ένα άρθρο». Ακολούθησαν τα «νταούλια», ο «ζουρνάς», η κρητική λύρα και η πεντοζάλη των αγορών. Δεν ήταν μία ατυχής φράση. Ήταν επαναλαμβανόμενη πολιτική γραμμή: εμείς θα διατάζουμε και οι άλλοι θα χορεύουν.
Το πρόβλημα δεν βρισκόταν μόνο στο ύφος. Βρισκόταν στην ίδια την αντίληψη ότι οι αριθμοί, οι θεσμοί, η εξάρτηση από τη χρηματοδότηση και οι πραγματικοί συσχετισμοί μπορούσαν να υποχωρήσουν μπροστά στην ιδεολογική καθαρότητα και στη «βούληση του λαού». Ο μεταγενέστερος απολογισμός του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ παραδέχθηκε ότι υπήρξε βασική προετοιμασία για να σχηματιστεί γρήγορα κυβέρνηση, όχι όμως αντίστοιχη προετοιμασία για να ασκηθεί αποτελεσματικά η εξουσία. Δεν είχε προετοιμαστεί όσο απαιτούνταν για τη διαπραγμάτευση, την εφαρμογή συγκεκριμένων κυβερνητικών πολιτικών και την οικοδόμηση των αναγκαίων διεθνών συμμαχιών. Σε τμήματα του κόμματος είχε καλλιεργηθεί ακόμη και η αυταπάτη ότι η απειλή αποσταθεροποίησης του ευρώ θα μπορούσε να εκβιάσει τους εταίρους. Ήξεραν αρκετά για να ζητήσουν την εξουσία. Δεν είχαν προετοιμαστεί αρκετά για να διαχειριστούν όσα θα ακολουθούσαν. Και όμως προχώρησαν.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης δεν έπεσε από τον ουρανό. Δεν διορίστηκε μόνος του και δεν παρέμεινε υπουργός με δική του θεσμική δύναμη. Ήταν προσωπική επιλογή του Τσίπρα, διατηρήθηκε με απόφαση του Τσίπρα και περιορίστηκε μόνο όταν η απομόνωση και η ζημιά στη διαπραγμάτευση είχαν γίνει εμφανείς. Ο Βαρουφάκης ευθύνεται για όσα είπε και έκανε. Ο Τσίπρας ευθύνεται για τον Βαρουφάκη. Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου δεν κατάργησε το πρόγραμμα. Παρέτεινε την υφιστάμενη χρηματοδοτική διευθέτηση, διατήρησε την αξιολόγηση από τους ίδιους θεσμούς και προέβλεπε την αποφυγή μονομερών ενεργειών. Η κυβέρνηση, όμως, την παρουσίαζε στο εσωτερικό ως πολιτική ανατροπή.
Η αναδιάταξη της διαπραγματευτικής ομάδας στις 27 Απριλίου δεν ήταν μια απλή τεχνική διόρθωση. Αποτελούσε έμπρακτη παραδοχή ότι το σχήμα που είχε επιλέξει ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Μέχρι να αλλάξει, όμως, είχαν χαθεί τρεις κρίσιμοι μήνες, η εμπιστοσύνη είχε διαβρωθεί και η χώρα είχε καταναλώσει πολύτιμο χρόνο που δεν διέθετε.
Tο πρόβλημα δεν ήταν μόνο η επικοινωνιακή αντιστροφή της πραγματικότητας. Ήταν ότι ο χρόνος εξαντλούνταν. Τα κρατικά ταμεία πιέζονταν, οι καταθέσεις έφευγαν και οι τράπεζες εξαρτώνταν όλο και περισσότερο από την έκτακτη χρηματοδότηση. Η κυβέρνηση επέβαλε τη μεταφορά διαθεσίμων φορέων και δήμων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ήξερε ότι η χώρα δεν είχε χρόνο. Και συνέχιζε να συμπεριφέρεται σαν να είχε απεριόριστο.
Η κυβέρνηση δεν δημιούργησε όλες τις αδυναμίες που παρέλαβε. Δεν μπορεί, όμως, να ισχυριστεί ότι αγνοούσε τη δημοσιονομική στενότητα. Ο ίδιος ο Τσίπρας δήλωνε στη Βουλή, αναφερόμενος στα δημοσιονομικά μεγέθη: «Βεβαίως τα γνωρίζαμε». Δήλωνε, επομένως, γνώση της δημοσιονομικής στενότητας και, παρ’ όλα αυτά, διαβεβαίωνε ότι δεν συζητούσε νέο μνημόνιο. Η άγνοια δεν μπορεί εκ των υστέρων να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι. Όταν ένας πρωθυπουργός γνωρίζει ότι το κράτος δεν έχει ταμειακή αντοχή, ότι οι τράπεζες αιμορραγούν, ότι δεν υπάρχει εξασφαλισμένη εναλλακτική χρηματοδότηση και ότι η διαπραγματευτική του ομάδα δυσλειτουργεί, αλλά συνεχίζει να αυξάνει το ρίσκο, δεν πειραματίζεται απλώς. Παίζει τη χώρα στα ζάρια.
Την ίδια ώρα, ο κίνδυνος που στην Αθήνα παρουσιαζόταν ως ελεγχόμενος είχε πάψει στην ευρωπαϊκή πλευρά να θεωρείται θεωρητικός. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσιάζονται στο ντοκιμαντέρ «Στο Χιλιοστό», είχαν υπάρξει λεπτομερείς απόρρητες προετοιμασίες για το ενδεχόμενο ελληνικής εξόδου το 2012 και ξανά το 2015. Το πλήρες σχέδιο δεν έχει δημοσιοποιηθεί, ενώ η ονομασία «Κωδικός Αλβανία» αποδίδεται από το ντοκιμαντέρ και τις μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, όχι από ανεξάρτητα δημοσιευμένο επίσημο έγγραφο. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο Τσίπρας επιδίωκε το Grexit. Αποδεικνύει, όμως, κάτι πολιτικά εξίσου βαρύ: ότι είχε οδηγήσει τη χώρα στο σημείο όπου η ευρωπαϊκή πλευρά προετοιμαζόταν επιχειρησιακά για ένα ενδεχόμενο που ο ίδιος διαβεβαίωνε ότι μπορούσε να αποτρέψει.
Το αποκορύφωμα ήταν το δημοψήφισμα. Προκηρύχθηκε χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η παράταση του προγράμματος που ο ίδιος ο Τσίπρας θεωρούσε αναγκαία. Το πρόγραμμα έληξε στις 30 Ιουνίου. Η κάλπη στήθηκε στις 5 Ιουλίου. Στο μεταξύ οι τράπεζες έκλεισαν και επιβλήθηκαν capital controls. Ο ελληνικός λαός ψήφισε με τις τράπεζες κλειστές και με τη διαβεβαίωση ότι το «Όχι» δεν σήμαινε έξοδο από το ευρώ, αλλά καλύτερη συμφωνία μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Η κάλπη έδωσε ένα σαρωτικό 61,31% «Όχι». Μέσα σε λίγες ημέρες, όμως, η κυβέρνηση επέστρεψε στη Βουλή με προαπαιτούμενα για νέο μνημόνιο. Αυτή είναι η πολιτική απόσταση που καμία μεταγενέστερη αφήγηση δεν μπορεί να εξαφανίσει. Ο Τσίπρας δεν μετέτρεψε το «Όχι» σε καλύτερη συμφωνία. Το μετέτρεψε σε εντολή για μία υποχώρηση την οποία προηγουμένως διαβεβαίωνε ότι δεν θα χρειαζόταν.
Το τρίτο πρόγραμμα είχε ανώτατο χρηματοδοτικό πλαίσιο 86 δισ. ευρώ και τελικές εκταμιεύσεις 61,9 δισ. Δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε αυθαίρετα ολόκληρο το ποσό «ζημία Τσίπρα». Η πραγματικότητα είναι αρκετά επιβαρυντική χωρίς λογιστικές αλχημείες: κλειστές τράπεζες, capital controls, νέα ανακεφαλαιοποίηση, εξάντληση εμπιστοσύνης, ανακοπή της ανάκαμψης και νέα πολυετής χρηματοδοτική εξάρτηση. Η χώρα απέκτησε νέο μνημόνιο, όχι επειδή ο Τσίπρας «δεν πρόλαβε» να εφαρμόσει το σχέδιό του, αλλά επειδή η διαπραγματευτική στρατηγική του δοκιμάστηκε και κατέρρευσε.
Ακολούθησε το Υπερταμείο, με διάρκεια 99 ετών. Η δημόσια περιουσία δεν πουλήθηκε συλλήβδην στους πιστωτές — αυτή θα ήταν ανακριβής κατηγορία. Εντάχθηκε όμως σε έναν μακροχρόνιο, δεσμευτικό μηχανισμό διοίκησης και αξιοποίησης, που νομοθέτησε η ίδια κυβέρνηση η οποία είχε υποσχεθεί άμεση ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας. Παρέδωσε, όμως, στις επόμενες γενιές τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις της δικής του αποτυχίας.
Και οι ανατροπές δεν σταμάτησαν εκεί. Ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργήθηκε. Το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ δεν θεσπίστηκε. Δημιουργήθηκε οργανωμένη αγορά μεταβίβασης και διαχείρισης κόκκινων δανείων. Ιδιωτικοποιήσεις που είχαν καταγγελθεί ως «ξεπούλημα» υπογράφηκαν και ολοκληρώθηκαν από τη δική του κυβέρνηση.
Υπήρξαν και μέτρα που εφαρμόστηκαν μερικώς: αύξηση του κατώτατου μισθού, κατάργηση του υποκατώτατου, κλιμακωτή 13η σύνταξη. Αυτή η αναγνώριση δεν αθωώνει τον Τσίπρα. Αντίθετα, απομονώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη βασική κατηγορία: ζήτησε την εξουσία με απόλυτες δεσμεύσεις και κυβέρνησε εφαρμόζοντας, σε κρίσιμα πεδία, την αντίθετη πολιτική. Το 2018, από την Ιθάκη, πανηγύρισε την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος. Η ολοκλήρωση ήταν πραγματική.
Αλλά η πολιτική ειρωνεία είναι αμείλικτη: Ζήτησε την εξουσία για να καταργήσει τα μνημόνια και κατέληξε να πανηγυρίζει επειδή ολοκλήρωσε το δικό του. Η Ιθάκη είχε έναν μεγάλο απόντα: την αυτοκριτική. Ο Τσίπρας μίλησε για κύματα, Σειρήνες, Κύκλωπες, ναυάγια και εχθρούς. Δεν μίλησε για τις δικές του εντολές πάνω στη γέφυρα. Δώδεκα χρόνια αργότερα, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη με νέο κόμμα και νέο οικονομικό πρόγραμμα. Η πολιτική, όμως, δεν προσφέρει παρθενογένεση ούτε διαγράφει προηγούμενους λογαριασμούς. Τότε πόνταρε ότι οι αγορές θα χορέψουν. Τώρα ποντάρει ότι οι πολίτες θα ξεχάσουν.
Η τεκμηριωμένη κατηγορία είναι ήδη αρκετά βαριά: ανέλαβε συνειδητά κινδύνους που δεν μπορούσε να ελέγξει, στηριζόμενος σε μια αλαζονική υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του και σε μια επικίνδυνη υποτίμηση των συνεπειών για τη χώρα.
Δεν ήταν η αθωότητα ενός άπειρου.
Ήταν η αλαζονεία ενός πολιτικού που πίστεψε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια ολόκληρη χώρα ως διαπραγματευτικό χαρτί και, όταν έχασε το στοίχημα, παρουσίασε την υποχώρηση ως νίκη. Η πρώτη πολιτική ύβρις ήταν ότι η μαθητεία έγινε πάνω στο σώμα της χώρας. Η δεύτερη ήταν ότι το μάθημα παρουσιάστηκε ως θρίαμβος. Δεν έπαιξε μόνο το πολιτικό του μέλλον. Έπαιξε τη δική μας χώρα, τις ζωές μας και το μέλλον των παιδιών μας. Και τον λογαριασμό δεν τον πλήρωσε εκείνος. Τον πλήρωσε η Ελλάδα.
