ΕΛΣΤΑΤ: Τα χαρακτηριστικά της διαβίωσης ή και… επιβίωσης
Το 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, παραμένει σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ενώ η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση αγγίζει το 14,9% και στα παιδιά φτάνει το... 15,9%
Με τον χειμώνα μπροστά τους, εκατομμύρια νοικοκυριά μπαίνουν στην πιο ακριβή περίοδο του χρόνου γνωρίζοντας από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ότι η όποια ανάκαμψη των εισοδημάτων ή… επιδομάτων δεν έχει φτάσει σε όλους με τον ίδιο τρόπο.
Η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης του 2025, με περίοδο αναφοράς τα εισοδήματα του 2024, αποτυπώνει ότι το 27,5% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, παραμένει σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ελαφρά αυξημένο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ενώ η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση αγγίζει το 14,9% και στα παιδιά έως 17 ετών φτάνει το 15,9%.
Το κατώφλι της φτώχειας διαμορφώνεται στα 7.020 ευρώ για νοικοκυριό του ενός ή της μίας και στα 14.742 ευρώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά, με το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στα 11.700 ευρώ και το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στα 21.724 ευρώ. Μετά τις πρωτοβουλίες της πολιτείας, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας μένει σταθερό στο 19,6%, ένδειξη ότι οι παροχές συγκρατούν κάποιους πάνω από το όριο χωρίς να αντιστρέφουν τις στερήσεις που αφορούν θέρμανση, επαρκή διατροφή, στέγαση ή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Στο πεδίο της υγείας η ίδια έρευνα καταγράφει ότι το 21,5% όσων χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δεν την έλαβαν τουλάχιστον μία φορά το τελευταίο δωδεκάμηνο, ποσοστό που ανεβαίνει στο 32,8% στους φτωχούς, ενώ στην οδοντιατρική περίθαλψη το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 30,5% και το 55,4% στους φτωχότερους. Το 7% του πληθυσμού 16 ετών και άνω δηλώνει κακή ή πολύ κακή υγεία και το 24% ζει με χρόνιο πρόβλημα, με τις διαφορές ανάμεσα σε φτωχούς και μη φτωχούς να είναι σαφείς. Οι αριθμοί αυτοί δεν κυριαρχούν στην καθημερινή συζήτηση, αλλά φωτίζουν πόσο εύθραυστη γίνεται η ποιότητα ζωής όταν το κόστος ενέργειας και στέγασης πιέζει πρώτα τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Η πορεία των τιμών από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο του 2026 δείχνει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση της πίεσης. Στην αρχή της χρονιάς οι αυξήσεις ήταν σχετικά συγκρατημένες και αφορούσαν κυρίως βασικά αγαθά, ενώ η ενέργεια ήδη άρχιζε να ανεβαίνει και τα ενοίκια κινούνταν ανοδικά. Μέχρι τον Μάρτιο τα καύσιμα, το πετρέλαιο θέρμανσης και το ρεύμα επιτάχυναν, περνώντας κόστος και σε κρέας ή γαλακτοκομικά. Τον Απρίλιο και τον Μάιο η ένταση κορυφώθηκε, με την ενέργεια να αποτελεί τον βασικό μοχλό και να συμπαρασύρει μεταφορές και μέρος των τροφίμων, αν και το ελαιόλαδο και ορισμένα φρούτα έδιναν μικρή ανάσα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Το καλοκαίρι έφερε ανάπαυλα κυρίως στην ένδυση και την υπόδηση λόγω των εκπτώσεων και σε ορισμένα εποχικά τρόφιμα, χωρίς όμως να αγγίξει τα καύσιμα, το ρεύμα ή τα ενοίκια.
Τον Αύγουστο η αποκλιμάκωση δεν συνεχίστηκε, καύσιμα, φυσικό αέριο και πετρέλαιο θέρμανσης ανέβηκαν ξανά, επηρεάζοντας μεταφορές και τουριστικές υπηρεσίες, ενώ το ελαιόλαδο και τα φρούτα παρέμειναν φθηνότερα σε ετήσια βάση. Τον Σεπτέμβριο η ακρίβεια επέστρεψε με επίκεντρο την ενέργεια, φυσικό αέριο, πετρέλαιο θέρμανσης και καύσιμα κίνησης ακριβαίνουν αισθητά σε σχέση με πέρυσι, συμπαρασύροντας το ρεύμα, τις μετακινήσεις και τις υπηρεσίες φιλοξενίας, ενώ τα ενοίκια συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία. Από την άλλη πλευρά, το ελαιόλαδο, τα φρούτα, το ρύζι, ορισμένα δημητριακά πρωινού και μέρος του τεχνολογικού εξοπλισμού ή των υπηρεσιών επικοινωνίας κινούνται χαμηλότερα σε ετήσια βάση, προσφέροντας περιορισμένη ανακούφιση σε συγκεκριμένα σημεία του καλαθιού.
Το αποτέλεσμα είναι μια καθημερινότητα όπου η βελτίωση του μέσου ισοδύναμου εισοδήματος κατά περίπου 8% δεν μεταφράζεται σε ομοιόμορφη ανακούφιση. Όσοι βρίσκονται κοντά στον… πάτο, ιδίως οικογένειες με παιδιά, αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο να περιορίσουν τη θέρμανση, να αναβάλλουν ιατρικές ή οδοντιατρικές επισκέψεις και να ζουν σε συνθήκες στενότητας χώρου, αφού το 28,3% του πληθυσμού διαμένει σε υπερπλήρη νοικοκυριά και το ποσοστό αυτό ανεβαίνει σημαντικά στους φτωχότερους. Η ανισότητα παραμένει υψηλή, με τον σχετικό δείκτη στο 31,6%, ελαφρά μειωμένο, αλλά το πλουσιότερο 20% εξακολουθεί να συγκεντρώνει πολλαπλάσιο εισόδημα σε σχέση με το φτωχότερο. Οι κοινωνικές παροχές κρατούν σταθερό το ποσοστό κινδύνου φτώχειας όμως δεν μειώνουν τις συγκεκριμένες στερήσεις που μετριούνται σε αδυναμία πληρωμής έκτακτων εξόδων, θέρμανσης ή βασικής διατροφής. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η ανάκαμψη υπάρχει στα… χαρτιά για μέρος του πληθυσμού, αλλά για πολλούς άλλους ο χειμώνας ξεκινά με τους ίδιους περιορισμούς που χαρακτήρισαν και τους προηγούμενους μήνες, δηλαδή υψηλότερες τιμές στα καύσιμα και το ρεύμα, σταθερά αυξανόμενα ενοίκια και μια καθημερινότητα όπου οι στερήσεις δεν υποχωρούν ομοιόμορφα.