Τι τρώμε στα τραπέζια του Δεκαπενταύγουστου σε κάθε γωνιά της Ελλάδας
Κάθε τόπος έχει το δικό του πιάτο για τη μεγάλη γιορτή του καλοκαιριού, με κρέας, καζάνια, τοπικές συνταγές και πανηγύρια
Ο Δεκαπενταύγουστος δεν είναι μόνο μια από τις σημαντικότερες γιορτές της Ορθοδοξίας. Για πολλές περιοχές της Ελλάδας είναι και μια αφορμή για να στηθούν μεγάλα τραπέζια, να ανάψουν φωτιές και σούβλες και να ξαναβγούν από τα τετράδια των οικογενειών συνταγές που συνδέονται εδώ και δεκαετίες με τα πανηγύρια της Παναγίας.
Μετά τη νηστεία των προηγούμενων ημερών, το φαγητό αποκτά ξανά κεντρική θέση στη γιορτή. Το κρέας βρίσκεται σχεδόν παντού στο επίκεντρο, άλλοτε ψημένο στη σούβλα, άλλοτε μαγειρεμένο για ώρες σε καζάνια και άλλοτε μέσα σε πλούσιες σάλτσες. Οι συνταγές αλλάζουν από τόπο σε τόπο, όμως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: είναι φαγητά φτιαγμένα για παρέες, οικογένειες και μεγάλα πανηγυρικά τραπέζια.
Στη Μεσσηνία, από την Καλαμάτα και τη Μεσσήνη μέχρι την Κορώνη, τον Μελιγαλά και την Πύλο, η σούβλα έχει την τιμητική της. Η γουρουνοπούλα ψήνεται αργά για ώρες, μέχρι το κρέας να γίνει τρυφερό και η πέτσα να αποκτήσει την χαρακτηριστική τραγανή υφή της. Κόβεται σε κομμάτια και συνήθως συνοδεύεται από πατάτες και χωριάτικη σαλάτα, ενώ στο τέλος του γεύματος τη θέση της παίρνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γλυκά της Πελοποννήσου, οι δίπλες με μέλι.
Στην Κέρκυρα, το άρωμα της κανέλας και των υπόλοιπων μπαχαρικών οδηγεί στην παστιτσάδα. Η εκδοχή με κόκορα αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πιάτα του νησιού και κουβαλά στοιχεία της βενετσιάνικης γαστρονομικής παράδοσης. Το κρέας μαγειρεύεται αργά μέσα σε πλούσια κόκκινη σάλτσα και σερβίρεται με μακαρόνια. Στα πανηγύρια, βέβαια, συχνά έχουν θέση και τα αρνιά που ψήνονται ολόκληρα.
Λίγο δυτικότερα, στην Κεφαλονιά, το γιορτινό τραπέζι μπορεί να περιλαμβάνει μοσχάρι «προκάδο». Το όνομα συνδέεται με τον τρόπο παρασκευής του, καθώς το κρέας τρυπιέται και γεμίζεται με σκόρδο, μαϊντανό, γαρίφαλο και άλλα μυρωδικά. Αφού ροδίσει, σβήνεται με κρασί ή μπράντι και μαγειρεύεται αργά σε σάλτσα ντομάτας. Στο πιάτο συναντά συνήθως μακαρόνια, πατάτες ή πουρέ.
Στην Κρήτη, το γιορτινό τραπέζι έχει τη δική του πληθωρική ταυτότητα. Σε Χανιά και Ρέθυμνο, το πιλάφι με κρέας αποτελεί σταθερή παρουσία. Ζυγούρι, γίδα, αρνί ή κοτόπουλο βράζουν για ώρες και το ρύζι μαγειρεύεται στη συνέχεια μέσα στον πλούσιο ζωμό. Σε άλλα τραπέζια βρίσκουμε κολοκυθομπούρεκο και αρνί ψημένο στις κληματόβεργες ή στη θράκα, ενώ τα γλυκά και τα ποτά συμπληρώνουν τη γιορτή με γαλακτομπούρεκο, λουκουμάδες, τσικουδιά και ρακή.
Σε περιοχές του Ηρακλείου ξεχωρίζει και το καπρικό, ένα ιδιαίτερο πιάτο με χοιρινό μπούτι και πέτσα. Το κρέας ψήνεται αρχικά τυλιγμένο, ώστε να μαλακώσει, και στη συνέχεια επιστρέφει στη φωτιά για να πάρει χρώμα και να γίνει τραγανή η πέτσα. Το τελικό άγγιγμα έρχεται με λεμονόφυλλα, που αρωματίζουν το κρέας.
Στις Κυκλάδες, οι γιορτινές συνταγές διαφοροποιούνται ξανά. Σε νησιά όπως η Πάρος, η Σαντορίνη, η Ίος και η Σίφνος, στα τραπέζια μπορεί να βρεθεί ρόστο, ένα πλούσιο κρεατικό πιάτο που μαγειρεύεται με ντομάτα και λαχανικά και συχνά συνοδεύεται από χοντρά μακαρόνια. Η συνταγή έχει πολλές τοπικές παραλλαγές, ανάλογα με το νησί και το σπίτι.
Στη Ρόδο, τα πανηγύρια του Δεκαπενταύγουστου συνδέονται με ένα διαφορετικό πιάτο. Το κατσίκι μαγειρεύεται μαζί με πλιγούρι και ντομάτα, δημιουργώντας ένα χορταστικό φαγητό που ταιριάζει απόλυτα στη λογική των μεγάλων κοινοτικών τραπεζιών.
Στη Λέσβο, το κεσκέκι έχει ξεχωριστή θέση στις γιορτινές παραδόσεις. Σπασμένο σιτάρι και πρόβειο κρέας μαγειρεύονται για πολλές ώρες, μέχρι να δημιουργηθεί ένα παχύρρευστο, χυλωμένο φαγητό. Η παρασκευή του συνδέεται ιδιαίτερα με τα πανηγύρια και τη συλλογική διαδικασία του μαγειρέματος.
Στη Χίο, ο κόκορας κοκκινιστός αποτελεί μια ακόμη χαρακτηριστική επιλογή. Το κρέας ροδίζει και στη συνέχεια μαγειρεύεται με κρασί, ντομάτα και μπαχαρικά. Σερβίρεται με πατάτες ή μακαρόνια και τριμμένο τυρί, δημιουργώντας ένα πιάτο που παραπέμπει περισσότερο στο οικογενειακό τραπέζι.
Στην Αστυπάλαια, το αρνί γεμίζεται με ρύζι και συκωτάκια και ψήνεται στον ξυλόφουρνο, ενώ στη Θάσο το μοσχάρι στιφάδο αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές γιορτινές επιλογές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στο τραπέζι βρίσκεται και κουνέλι, με τις τοπικές συνταγές να προσαρμόζονται στις πρώτες ύλες που παραδοσιακά υπήρχαν σε κάθε τόπο.
Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις όπου το φαγητό του Δεκαπενταύγουστου ξεπερνά τα όρια μιας οικογενειακής κουζίνας και γίνεται υπόθεση ολόκληρου χωριού. Στον Οξύλιθο της κεντρικής Εύβοιας, στο πανηγύρι της Παναγίας Πετριώτισσας, το στιφάδο μαγειρεύεται σε μεγάλες ποσότητες για να προσφερθεί στους επισκέπτες.
Οι κατσαρόλες στήνονται από την παραμονή και το φαγητό σιγοβράζει για ώρες με κρέας, κρεμμύδια, ντομάτα και κρασί. Πρόκειται για ένα έθιμο που έχει διατηρηθεί στον χρόνο και συνεχίζει να συνδέει τη θρησκευτική γιορτή με τη συλλογικότητα και τη φιλοξενία.
Από τα καζάνια της Λέσβου και τις σούβλες της Μεσσηνίας μέχρι τα πιλάφια της Κρήτης και τα στιφάδα της Εύβοιας, ο Δεκαπενταύγουστος στην Ελλάδα έχει πολλές διαφορετικές γεύσεις. Και ίσως αυτή ακριβώς η ποικιλία να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γιορτής: κάθε τόπος κρατά το δικό του πιάτο, τη δική του τεχνική και τη δική του ιστορία, μετατρέποντας το φαγητό σε κομμάτι μιας παράδοσης που συνεχίζεται γύρω από ένα κοινό τραπέζι.