Ναι, αλλά γιατί είναι απεργία και όχι αργία;
Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί απεργία και όχι αργία» βρίσκεται στην ίδια τη φύση της ημέρας
Η σημερινή επέτειος της Πρωτομαγιάς φέρνει ξανά στο προσκήνιο το αιώνιο λογοπαίγνιο που ανταλλάσσεται μεταξύ καφενείων, γραφείων και κοινωνικών δικτύων, όμως πίσω από την ελαφρότητα της ατάκας κρύβεται μια βαθιά ιστορική και κοινωνική διαχωριστική γραμμή. Η σύγχυση ανάμεσα στις δύο έννοιες δεν είναι γλωσσολογική, αλλά αποτελεί το κατάλοιπο μιας μακράς πορείας διεκδικήσεων που ξεκίνησε από τους αιματοβαμμένους δρόμους του Σικάγο το 1886 και έφτασε να θεσμοθετηθεί στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του 20ού αιώνα. Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί απεργία και όχι αργία» βρίσκεται στην ίδια τη φύση της ημέρας, η οποία δεν γεννήθηκε ως μια παραχώρηση του κράτους για ανάπαυση, αλλά ως μια δυναμική πράξη αποχής από την εργασία με συγκεκριμένο διεκδικητικό πλαίσιο.
Ιστορικά, η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε ως ημέρα μνήμης και αγώνα με αφορμή την εξέγερση του Haymarket, όπου η διεκδίκηση του οκταώρου πληρώθηκε με βαρύ φόρο αίματος. Στην Ελλάδα, η παράδοση αυτή ρίζωσε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, με την πρώτη μεγάλη συγκέντρωση στο Παναθηναϊκό Στάδιο το 1893, υπό την καθοδήγηση του Σταύρου Καλλέργη. Από τότε μέχρι σήμερα, ο χαρακτήρας της ημέρας παραμένει τυπικά «απεργιακός», καθώς οι συνδικαλιστικές οργανώσεις επιμένουν να την ορίζουν ως την κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης και όχι ως μια απλή ημέρα σχόλης, όπως είναι για παράδειγμα οι θρησκευτικές γιορτές ή οι εθνικές επέτειοι. Η διαφορά είναι νομικά και σημειολογικά χαοτική, αφού η αργία επιβάλλεται «άνωθεν» με νομοθετική ρύθμιση, ενώ η απεργία αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται «κάτωθεν».
Στο πέρασμα των δεκαετιών, η πολιτεία προσπάθησε συχνά να αμβλύνει τις γωνίες αυτής της σύγκρουσης, θεσπίζοντας την Πρωτομαγιά ως «υποχρεωτική αργία» με υπουργικές αποφάσεις. Αυτή η κίνηση, αν και προσφέρει τη δυνατότητα ανάπαυσης στο σύνολο του πληθυσμού, συναντά συχνά την αντίσταση των εργατικών σωματείων που φοβούνται την αποπολιτικοποίηση της ημέρας και τη μετατροπή της σε μια απλή αφορμή για εκδρομή στην εξοχή και το παραδοσιακό πλέξιμο του στεφανιού. Η ρητορική περί «απεργίας» λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι τα δικαιώματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα, όπως η κοινωνική ασφάλιση και το πενθήμερο, δεν δόθηκαν ως δώρα σε ημέρες αργίας, αλλά κερδήθηκαν μέσα από σκληρές απεργιακές κινητοποιήσεις.
Στη σημερινή ανασκόπηση, βλέπουμε πως η Πρωτομαγιά παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται. Παρά την τάση της εποχής να καταναλώνει τις επετείους με όρους ελεύθερου χρόνου, η εμμονή στον όρο «απεργία» διασώζει την ιστορική μνήμη μιας τάξης που κάποτε αποφάσισε να σταματήσει τα γρανάζια της παραγωγής για να διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή. Έτσι, ενώ για τον νομοθέτη μπορεί να είναι μια κόκκινη ημέρα στο ημερολόγιο με κλειστές υπηρεσίες και καταστήματα, για την ιστορία παραμένει η ημέρα που η εργασία σιωπά για να ακουστεί η φωνή εκείνων που την παράγουν. Η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανάπαυση και τη διαμαρτυρία είναι τελικά αυτή που δίνει το ιδιαίτερο χρώμα σε αυτή την ημέρα, καθιστώντας την μοναδική στο εορτολόγιο των σύγχρονων κοινωνιών.