«Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων»: Πόσο αξίζει ο ελληνικός Σκρουτζ (VIDEO)

Η νέα ταινία του Χρήστου Κανάκη μεταφέρει τον Σκρουτζ στα ορεινά χωριά της Ηπείρου.

«Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων»: Πόσο αξίζει ο ελληνικός Σκρουτζ (VIDEO)

Μπορεί μια ελληνική διασκευή της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του Ντίκενς να ξεφύγει από τη σκιά του πρωτότυπου και να μιλήσει ουσιαστικά στο σήμερα;

Τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων» επιχειρούν να παντρέψουν τη διαχρονική αφήγηση της λύτρωσης με το ελληνικό τοπίο και τη συλλογική μας νοσταλγία — με αποτελέσματα που αξίζουν συζήτηση.

Η ταινία «Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων», σε σκηνοθεσία Χρήστου Κανάκη και σενάριο του Λώρη Λοϊζίδη, μεταφέρει την κλασική «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς στο ελληνικό τοπίο. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Λυκούργος, ένας πλούσιος, σκληρόκαρδος και παροιμιωδώς φιλάργυρος άνδρας, που αντιμετωπίζει τα Χριστούγεννα ως μια ενοχλητική παύση της κανονικότητας και όχι ως γιορτή αγάπης.

Απομονωμένος κοινωνικά και συναισθηματικά, αρνείται κάθε μορφή προσφοράς και συμπόνιας, ακόμη και όταν γύρω του εκτυλίσσονται μικρές ανθρώπινες τραγωδίες. Την παραμονή των Χριστουγέννων, όμως, η ζωή του ανατρέπεται: τρία πνεύματα –του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος– τον οδηγούν σε ένα υπερβατικό ταξίδι αυτογνωσίας. Μέσα από μνήμες, απώλειες και προειδοποιήσεις για όσα έρχονται, ο Λυκούργος αναγκάζεται να αντικρίσει τις επιλογές του και το τίμημά τους.

Η διαδρομή αυτή τον φέρνει αντιμέτωπο με τη χαμένη του ανθρωπιά και τον ωθεί σε μια ριζική μεταμόρφωση: από άνθρωπο της στέρησης και του φόβου, σε κάποιον που μαθαίνει ξανά την αξία της αγάπης, της γενναιοδωρίας και της κοινότητας. Με φόντο τα ορεινά χωριά της Ηπείρου, η ιστορία ντύνεται με ελληνικά στοιχεία και επιχειρεί να παντρέψει το διαχρονικό παραμύθι με μια εγχώρια, οικογενειακή κινηματογραφική εμπειρία.

Υπάρχει μια φράση-βαρίδι που συνοδεύει εδώ και χρόνια την πρόσληψη του ελληνικού κινηματογράφου: «για ελληνική ταινία, καλή είναι». Περισσότερο από αστείο, πρόκειται για μια νοοτροπία που χαμηλώνει τον πήχη των προσδοκιών και τελικά αδικεί τόσο τους δημιουργούς όσο και το κοινό. Τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων» μοιάζουν να κινούνται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή: ανάμεσα σε μια φιλόδοξη, καλοπροαίρετη προσπάθεια και σε ένα αποτέλεσμα που σπάνια ξεφεύγει από την ασφάλεια της «τίμιας διασκευής».

Αναμφίβολα, η ταινία επενδύει σε ισχυρά χαρτιά. Τα γυρίσματα στα χωριά της Ηπείρου προσφέρουν εικόνες με ατμόσφαιρα και χειμωνιάτικη μελαγχολία, ενώ η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Κουκουλιού αξιοποιεί το φυσικό τοπίο με τρόπο που «γράφει» κινηματογραφικά. Παράλληλα, η προσεγμένη σκηνογραφία, τα κοστούμια και το μακιγιάζ δείχνουν μια παραγωγή που θέλει να σταθεί με αξιώσεις και όχι πρόχειρα.

Ωστόσο, το εγχείρημα σκοντάφτει στη βασική πρόκληση κάθε σύγχρονης διασκευής του Ντίκενς: τι καινούργιο έχει να πει; Όταν ένας μύθος είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη συλλογική μνήμη, η επανάληψή του απαιτεί είτε μια ουσιαστικά νέα ματιά είτε μια αφηγηματική γοητεία που να δικαιολογεί την επιστροφή. Εδώ, παρά την ελληνική «μετατόπιση», η αφήγηση σπάνια ξεφεύγει από τη γνώριμη τροχιά, χωρίς να προσθέτει ένα σαφές, σύγχρονο σχόλιο που να συνομιλεί ουσιαστικά με το σήμερα.

Επιπλέον, το παραμυθιακό στοιχείο –απαραίτητο για μια ιστορία σαν αυτή– αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι. Οι περιορισμοί του ελληνικού κινηματογραφικού budget είναι εμφανείς, ιδιαίτερα στη χρήση ψηφιακών εφέ, που δυσκολεύονται να στηρίξουν την απαιτούμενη μαγεία. Το αποτέλεσμα είναι στιγμές που αποδυναμώνουν τη φαντασιακή εμπλοκή, ειδικά για ένα νεανικό κοινό που έχει μεγαλώσει με διεθνείς, τεχνικά άρτιες εκδοχές της ίδιας ιστορίας.

Στο επίπεδο των ερμηνειών, το καστ συγκεντρώνει έμπειρα και αγαπητά ονόματα, χωρίς όμως όλες οι παρουσίες να ξεφεύγουν από το στερεοτυπικό. Υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις και σκηνές με συναίσθημα, αλλά συνολικά η ταινία δυσκολεύεται να χτίσει χαρακτήρες που να μένουν χαραγμένοι στη μνήμη.

Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις ενστάσεις, τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων» βρίσκουν το κοινό τους. Ως οικογενειακή, εποχική έξοδος, λειτουργούν: προσφέρουν συγκίνηση, αναγνωρίσιμα μηνύματα και μια αίσθηση θαλπωρής που ταιριάζει στις γιορτές. Το ερώτημα δεν είναι αν «βλέπεται», αλλά αν τολμά. Αν διεκδικεί κάτι περισσότερο από τον ρόλο της ευχάριστης, ανώδυνης εμπειρίας.

Σε μια εποχή που ο ελληνικός κινηματογράφος αναζητά ταυτότητα και αυτοπεποίθηση, ίσως το στοίχημα δεν είναι να αποδείξει ότι «μπορεί να κάνει κι αυτός Ντίκενς», αλλά να αφηγηθεί τις δικές του σύγχρονες ιστορίες με την ίδια τόλμη. Τα «Κάλαντα των Χριστουγέννων» θυμίζουν γιατί αγαπάμε τον μύθο της λύτρωσης· δεν καταφέρνουν όμως να μας πείσουν ότι τον χρειαζόμασταν ξανά ακριβώς έτσι.