«Five Nights at Freddy’s 2»: Η πιο βαρετή «τρομακτική» ταινία της χρονιάς (VIDEO)
Όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα animatronics, η ταινία χάνει τη μάχη με την αφηγηματική συνοχή και τους χαρακτήρες, αποδεικνύοντας ότι η τρομακτική ατμόσφαιρα χρειάζεται κάτι παραπάνω από jump scares.
Όταν ένα franchise τρόμου με cult ακολουθούς συναντά το κινηματογραφικό χάος, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα τρομακτικό. Το Five Nights at Freddy’s 2 προσπαθεί να συνεχίσει την ιστορία του πρώτου φιλμ, αλλά χάνει την ισορροπία ανάμεσα στην πίστη στο παιχνίδι και στην κινηματογραφική αφήγηση, αφήνοντας τους θεατές με περισσότερα ερωτήματα παρά αγωνία και πολύ βαρεμάρα.
Το Five Nights at Freddy’s 2 συνεχίζει την ιστορία του πρώτου φιλμ, ένα χρόνο μετά τα γεγονότα που σχεδόν κόστισαν τη ζωή της Abby Schmidt. Ο αδερφός της, Mike, προσπαθεί να προστατεύσει την αδελφή του, ενώ εκείνη παραμένει δεμένη με τα φαντάσματα των παιδιών που στοιχειώνουν τα animatronics της πρώτης ταινίας. Στο μεταξύ, η Vanessa αντιμετωπίζει τους δικούς της προσωπικούς δαίμονες, έχοντας κληρονομήσει την ψυχολογική κληρονομιά του πατέρα της, ενός διαβόητου δολοφόνου. Η ταινία εισάγει νέα στοιχεία στην ήδη πολύπλοκη μυθολογία του franchise, με μουσικά κουτιά και αναφορές σε προηγούμενα γεγονότα, ενώ η κλιμάκωση βασίζεται σε jump scares και επαναλαμβανόμενα horror motifs. Παρά τις οπτικά εντυπωσιακές δημιουργίες των animatronics, η αφήγηση παραμένει αποσπασματική και οι χαρακτήρες συχνά ενεργούν με τρόπο απρόβλεπτα ανόητο, μειώνοντας την ένταση των σκηνών τρόμου. Το φινάλε προσπαθεί να στήσει τρίτη ταινία, αφήνοντας όμως τους πρωταγωνιστές και το κοινό σε κατάσταση απογοήτευσης.
Το Five Nights at Freddy’s 2 είναι μια ταινία που φέρνει στην οθόνη το franchise, αλλά όχι με τον τρόπο που θα μπορούσε να εντυπωσιάσει ή να συγκινήσει ένα ευρύτερο κοινό. Η έμφαση στην πιστή μεταφορά του gameplay και στα fan service στοιχεία δημιουργεί ένα έργο αποσπασματικό, γεμάτο plot holes και βιαστικές δραματουργικές αποφάσεις. Η προσπάθεια να συνδυαστούν η ένταση, η μυθολογία και οι χαρακτήρες δεν καταλήγει σε οργανική αφήγηση: οι φιλοδοξίες είναι εκεί, η εκτέλεση όμως αδέξια.
Η ταινία, όπως πολλά adaptations που βασίζονται σε δημοφιλή παιχνίδια, δείχνει ότι η πιστότητα στην πηγή δεν είναι αρκετή. Οι νεότεροι θεατές, ιδιαίτερα fans του franchise, θα βρουν σημεία αναγνώρισης και στιγμές διασκέδασης, αλλά για το ευρύτερο κοινό η εμπειρία είναι συχνά κουραστική. Τα jump scares λειτουργούν μόνο μερικώς, ενώ οι χαρακτήρες δεν υποστηρίζονται από την ιστορία ώστε να επενδύσει κανείς συναισθηματικά στα δρώμενα.
Από κοινωνική και πολιτιστική σκοπιά, η ταινία αναδεικνύει έναν κλασικό κίνδυνο των franchises που απευθύνονται κυρίως σε νεανικό κοινό: η εμμονή στη γνώριμη lore και στο merchandising συχνά επισκιάζει την ανάπτυξη θεμάτων όπως η ψυχική υγεία των χαρακτήρων ή η δυναμική των σχέσεων. Οι αδυναμίες στο σενάριο και στις ερμηνείες εμποδίζουν την αφήγηση από το να φτάσει πέρα από μια επιφανειακή, αν και θεαματική, εμπειρία τρόμου.
Η σύγκριση με σειρές όπως το Welcome to Derry του HBO είναι αποκαλυπτική: εκεί όπου η αφήγηση χτίζει ψυχολογική ένταση και ατμόσφαιρα, το Freddy’s 2 παραμένει σε ένα επίπεδο τεχνικής επιμέλειας χωρίς ουσιαστικό δραματουργικό βάθος. Το μάθημα για δημιουργούς νεανικού περιεχομένου είναι σαφές: ακόμη και franchises με πιστούς fans χρειάζονται καλοδουλεμένα σενάρια και χαρακτήρες που εξελίσσονται για να διατηρήσουν την αγωνία και το ενδιαφέρον.
Συμπερασματικά, η ταινία είναι λίγο ανεχτή και να μην σε πιάσει ύπνος, μόνο αν πάει κανείς χωρίς μεγάλες προσδοκίες, έτοιμος να γελάσει με τις αδυναμίες της. Ως εμπειρία cinema όμως, δεν κατορθώνει να ανεβάσει τον πήχη του τρόμου ή να εξελίξει το franchise, αφήνοντας ξεκάθαρα την αίσθηση ότι το storytelling παραμένει το μεγάλο θύμα της παραγωγής.