Μία γυναίκα για τον Χρυσό Λέοντα;
Οι τελικές ετοιμασίες για την Μπιενάλε της Βενετίας πρέπει να βρίσκονται στο απόγειο τους. Τα κόκκινα χαλιά θα ξεδιπλωθούν σιγά σιγά, τα πολυπόθητα αγαλματίδια, οι μικροί χρυσοί λέοντες, θα γυαλιστούν και θα παραταχθούν έτοιμη για την μεγάλη έναρξη στις 2 Σεπτεμβρίου. Λίγο πριν ανάψουν οι προβολείς, μια αριθμητική λεπτομέρεια ‘σκιάζει’ τη μεγάλη κινηματογραφική γιορτή. Ή έστω προκαλεί ερωτήματα.
Μόλις μία από τις είκοσι ταινίες του βασικού διαγωνιστικού της φετινής Μόστρας υπογράφεται από γυναίκα. Η εξήγηση περί «καλλιτεχνικής ποιότητας» που έδωσε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της σημαντικής διοργάνωσης αφήνει αναπάντητο το ερώτημα του πώς αποφασίζεται ποιος διαθέτει το εκτόπισμα ενός μεγάλου δημιουργού.
Από τη μία, η Μπιενάλε της Βενετίας (2-12 Σεπτεμβρίου) δείχνει αποφασισμένη να ασχοληθεί με την εξουσία. Το πρόγραμμά της περιλαμβάνει ταινίες για τον Ρούπερτ Μέρντοχ και τη μεταμόρφωση του βρετανικού Τύπου, τον Έλον Μασκ, τη CIA, την πολιτική προπαγάνδα και τις επιχειρήσεις της ICE στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι δείχνει λιγότερο πρόθυμη να εξετάσει τη δική της εξουσία; Με άλλα λόγια, τη δυνατότητα να καθορίζει ποιοι δημιουργοί θα βρεθούν στο κέντρο της παγκόσμιας κινηματογραφικής προσοχής.
Στο βασικό διαγωνιστικό της 83ης Μόστρας συμμετέχουν είκοσι ταινίες. Μόνο μία έχει σκηνοθετηθεί από γυναίκα. Είναι το «Kvinde Ukendt – Woman Unknown» της Δανοαιγύπτιας May el-Toukhy, με ηρωίδα μια νεαρή οικιακή βοηθό που ετοιμάζεται να παντρευτεί τον πλούσιο εργοδότη της, αποκρύπτοντας τη σχέση που διατηρούσε με Γερμανό στρατιώτη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη μεταπολεμική Δανία, το παρελθόν απειλεί τόσο τον επικείμενο γάμο της όσο και την κοινωνική θέση που προσπαθεί να κατακτήσει.
Δεκαεννέα άνδρες και μία γυναίκα. Το ποσοστό είναι 5%.
Πέρυσι, στο ίδιο τμήμα, έξι από τις 21 ταινίες είχαν υπογραφεί από γυναίκες: τις Kaouther Ben Hania, Kathryn Bigelow, Valérie Donzelli, Ildikó Enyedi, Mona Fastvold και Shu Qi. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Alberto Barbera αναγνώρισε το πρόβλημα, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα ιστορικό χαμηλό των τελευταίων ετών. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιτροπή αναζητούσε μέχρι την τελευταία στιγμή περισσότερες ταινίες γυναικών για το διαγωνιστικό, χωρίς να εντοπίσει έργα που να ανταποκρίνονται στο επίπεδο της διοργάνωσης.
Ο Barbera έδωσε και ένα ακόμη στοιχείο. Οι ταινίες μυθοπλασίας που υποβλήθηκαν από γυναίκες αντιστοιχούσαν φέτος περίπου στο 24% του συνόλου, ενώ το 2025 πλησίαζαν το 30%. Απέδωσε τη μείωση σε ένα πρόβλημα που αρχίζει πολύ πριν από τα φεστιβάλ: στην άνιση πρόσβαση των γυναικών στη χρηματοδότηση, στις μεγάλες παραγωγές και στις ευκαιρίες που επιτρέπουν σε έναν δημιουργό να φτάσει μέχρι τη Βενετία.
Στοιχεία Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Οπτικοακουστικών Μέσων
Το πρόβλημα αρχίζει πράγματι πολύ πριν από τη Βενετία. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Οπτικοακουστικών Μέσων, οι γυναίκες αποτελούσαν το 27% των ενεργών σκηνοθετών ευρωπαϊκών ταινιών μεγάλου μήκους την περίοδο 2020–2024, αλλά το μερίδιό τους στις σκηνοθετικές αναθέσεις περιοριζόταν στο 25%. Με τον σημερινό ρυθμό, η ισότιμη εκπροσώπηση στη σκηνοθεσία υπολογίζεται ότι δύσκολα θα επιτευχθεί πριν το 2047. Η παρουσία τους, μάλιστα, ήταν μεγαλύτερη στις πρώτες ταινίες, όπου έφτανε το 28%, και υποχωρούσε στο 22% στις δεύτερες και μεταγενέστερες δουλειές. Με άλλα λόγια, η είσοδος στο επάγγελμα δεν εξασφαλίζει και τη συνέχεια μιας καριέρας — εκεί όπου χτίζονται σταδιακά το όνομα, οι χρηματοδοτήσεις και η θέση του καθιερωμένου δημιουργού.
Η ανισότητα φτάνει, επομένως, στο Λίντο ήδη διαμορφωμένη. Αυτό δεν αρκεί, ωστόσο, για να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στο 24% των γυναικείων υποβολών που επικαλείται ο Barbera και στο 5% της τελικής επιλογής.
Μετά τις αντιδράσεις, ο Barbera επανήλθε στις 30 Ιουλίου με άρθρο στη La Stampa, όπου αναγνώρισε τις δομικές ανισότητες, αλλά επέμεινε ότι η ευθύνη βρίσκεται «πιο πάνω» από τα φεστιβάλ. Προφανώς και αυτήν η αναγνώριση έχει την σημασία της. Αν και ανοίγει το πεδίο των ερωτημάτων ακόμη περισσότερο. Για παράδειγμα, οι μεγάλες διοργανώσεις απλώς παραλαμβάνουν την ανισότητα ή συμμετέχουν στον μηχανισμό που μετατρέπει ορισμένους δημιουργούς σε auteurs;
Στο Orizzonti, το δεύτερο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα, οκτώ από τις 19 μεγάλου μήκους ταινίες έχουν τουλάχιστον μία γυναίκα στη σκηνοθεσία. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα των Anna Foglietta, Rubaiyat Hossain, Jelena Maksimović, Alina Marazzi, Anuparna Roy, Michelle Zhou και της Ελληνίδας Ζακλίν Λέντζου. Αν και το γεγονός από μόνο του δεν αποδεικνύει κάτι – ιδίως πρόθεση – δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε την ανισορροπία. Οι γυναίκες οριακά εκλείπουν από το τμήμα με τη μεγαλύτερη συμβολική ισχύ
Στο ανεξάρτητο παράλληλο τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας Giornate degli Autori, 14 από τις 25 παγκόσμιες πρεμιέρες έχουν σκηνοθετηθεί από γυναίκες. Γυναίκες βρίσκονται επίσης σε καίριες θεσμικές θέσεις: η Maggie Gyllenhaal προεδρεύει της κριτικής επιτροπής του κεντρικού διαγωνιστικού, δίπλα στις σκηνοθέτριες Kaouther Ben Hania και Shahrbanoo Sadat.
Η γυναικεία παρουσία είναι υπαρκτή και ευδιάκριτη. Στο βασικό διαγωνιστικό, εκεί όπου συγκροτείται η βιτρίνα των μεγάλων auteurs, η παρουσία τους περιορίζεται σε μία.
Ενδιαφέροντα ερωτήματα
Πόσες ταινίες γυναικών έφτασαν στην τελική λίστα; Πόσες προσκλήθηκαν απευθείας; Πόσο μετρά η προηγούμενη σχέση ενός σκηνοθέτη με το φεστιβάλ; Ποιο βάρος έχει η παρουσία μεγάλων σταρ ή ισχυρών εταιρειών διεθνών πωλήσεων; Και πόσο εύκολο είναι να αξιολογηθεί αποκλειστικά η «ποιότητα» όταν ορισμένοι δημιουργοί έχουν ήδη αναγνωριστεί ως αδιαμφισβήτητοι auteurs;
Ίσως αυτά τα ερωτήματα να έχουν μεγαλύτερη – αν μη τι άλλο – πρακτική χρησιμότητα από τις συζητήσεις επί συζητήσεων για την διάρκεια screen time γυναικείων χαρακτήρων σε ταινίες, κάτι που συνέβη πρόσφατα με την “Οδύσσεια” του Νόλαν.
Η Μόστρα ανοίγει στις 2 Σεπτεμβρίου με το «Ink» του Danny Boyle, μια ταινία για τον Μέρντοχ και τη βρετανική εφημερίδα «The Sun».