Η Μεγάλη μου Νύχτα: Σάτιρα σε έκρηξη, ηθοποιοί σε ρυθμό καταιγίδας
Υπάρχουν ταινίες που σε κάνουν να γελάς. Και υπάρχουν ταινίες που σε αφήνουν άφωνο με τον τρόπο που γελοιοποιούν έναν ολόκληρο κόσμο, χωρίς στιγμή να χάνουν την ενέργεια ή τη φινέτσα τους.
Η Μεγάλη μου Νύχτα, του αξεπέραστου Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Παίζεται στις 11 Ιουλίου στις 21:00, στο Σπίτι του Φύλακα της Αλικής, και αξίζει να την δείτε με όσο το δυνατόν λιγότερες προκαταλήψεις γιατί αυτό που ακολουθεί είναι μια πυροτεχνική έκρηξη σάτιρας, μελωδίας, παραλόγου και… glitter.
Η υπόθεση απλή όσο και απόλυτα παράλογη: η μαγνητοσκόπηση της πρωτοχρονιάτικης εκπομπής για την ισπανική τηλεόραση γίνεται τον… Οκτώβριο, σε ένα αποστειρωμένο στούντιο όπου δεκάδες κομπάρσοι προσποιούνται για ώρες ότι τσουγκρίζουν ποτήρια με σαμπάνια και χορεύουν. Όμως πίσω από τα πλατιά χαμόγελα και τα παγιετέ σακάκια, κρύβεται ένα σύμπαν ανταγωνισμού, ζήλιας, εκβιασμών, παλιών τραγουδιστών με νέα απωθημένα και νέων σταρ με υπαρξιακά κενά. Ο ντε λα Ιγκλέσια βάζει κυριολεκτικά την κάμερα μέσα στο φουαγιέ του πολιτισμικού παραλογισμού και κάνει τους πάντες να ιδρώνουν μπροστά και πίσω από τις κάμερες.
Ο Ραφαέλ, ο ηλικιωμένος ποπ τραγουδιστής με καριέρα δεκαετιών (και μία… μαύρη ψυχή), υποδύεται τον εαυτό του με έναν τρομακτικά αυτοσαρκαστικό ρυθμό. Η φιγούρα του – μισή Μίκαελ Τζάκσον, μισή Φρανκ Σινάτρα της Ιβηρικής – αποτελεί τον θεμέλιο λίθο μιας ταινίας που στηρίζεται στις λεπτές ισορροπίες μεταξύ γελοιότητας και συγκίνησης. Ο Μάριο Κάσα, στον ρόλο του αντιζήλου σταρ, απολαμβάνει κάθε λεπτό χυδαίου ναρκισσισμού, ενώ οι δευτερεύοντες χαρακτήρες – από τη σκηνοθέτρια της εκπομπής ως την κομπάρσα που ονειρεύεται κάτι παραπάνω – δίνουν βάθος σε μια κωμωδία που, χωρίς καν να το ζητά, σχολιάζει τα πάντα: την τηλεόραση, την εξουσία, τον έρωτα, τον θάνατο.
Η σκηνοθεσία είναι σταθερά σφιχτή, με ρυθμό που δεν χαλαρώνει ούτε στιγμή, παρά τον σχεδόν θεατρικό περιορισμό του χώρου. Το μοντάζ, νευρώδες και χορευτικό, δίνει στην ταινία παλμό βιντεοκλίπ, ενώ η μουσική λειτουργεί σαν ειρωνικό soundtrack για ένα πάρτι που δεν τελειώνει ποτέ – γιατί στην τελική, κανείς δεν ξέρει αν είναι πραγματικά Πρωτοχρονιά.
Το La Gran Noche δεν είναι ταινία για ήσυχα βράδια. Είναι ένας καθρέφτης που γελάει ειρωνικά πίσω σου καθώς κοιτάζεις την τηλεόραση. Και είναι ταυτόχρονα ένα αφιέρωμα στον κόσμο του θεάματος – με τη λάμψη και τη σαπίλα του. Αν είστε έτοιμοι για μια κωμωδία που δεν φοβάται να καεί από το ίδιο της το φως, βάλτε το στο πρόγραμμά σας.
11 Ιουλίου, 21:00, Σπίτι του Φύλακα της Αλικής. Μην χάσετε τη νύχτα που (παραδόξως) δεν τελειώνει ποτέ.