Πιερρακάκης: Παρεμβαίνουμε και λύνουμε προβλήματα- Αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας
«Παρεμβαίνουμε και λύνουμε προβλήματα. Δεν αφήνουμε προβλήματα να χρονίζουν. Δεν αφήνουμε αδικίες να διαιωνίζονται» υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης από το βήμα της Βουλής στην ομιλία για το νομοσχέδιο και τη ρύθμιση για τα δάνεια του Νόμου Κατσέλη.
«Υπάρχουν νομοσχέδια που ρυθμίζουν θέματα καθημερινής διοίκησης και υπάρχουν νομοσχέδια που αποτυπώνουν μια συνολική πολιτική αντίληψη για το πώς μπορεί να λειτουργεί η οικονομία, το κράτος και η ίδια η κοινωνία. Το νομοσχέδιο αυτό ανήκει στην δεύτερη κατηγορία γιατί πίσω από τις επιμέρους διατάξεις του υπάρχει μια ενιαία λογική της Κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι η οικονομική πολιτική οφείλει: Να μπορεί να λύνει εκκρεμότητες του παρελθόντος. Να στηρίζει όσους έχουν περισσότερο ανάγκη στο παρόν. Να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περισσότερες και καλύτερες επενδύσεις. Να προστατεύει την νομιμότητα απέναντι σε φαινόμενα παραβατικότητας που διαβρώνουν την οικονομία, την κοινωνία και τραυματίζουν την κοινωνική συνοχή. Αυτά ακριβώς επιχειρούμε σήμερα» τόνισε ο κ. Πιερρακάκης.
Όσον αφορά στην τροπολογία για τα δάνεια Κατσέλη είπε «ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε το 2010 σε μια εξαιρετικά δύσκολη ιστορική συγκυρία, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, με στόχο να προστατεύσει νοικοκυριά που βρέθηκαν σε πραγματική αδυναμία. Και λέω «με στόχο», γιατί δεν θέλω να αμφισβητήσω την πρόθεση. Αλλά, τελικά ο νόμος Κατσέλη ούτε προστάτευσε με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα όλους όσοι πραγματικά είχαν ανάγκη, ούτε απέτρεψε την κατάχρηση του πλαισίου από στρατηγικούς κακοπληρωτές που βρήκαν χώρο να «κρυφτούν» πίσω από πολυετείς δικαστικές καθυστερήσεις».
Είπε ακόμη πως «χιλιάδες υποθέσεις οδηγήθηκαν στα δικαστήρια. Χιλιάδες οικογένειες εγκλωβίστηκαν σε μακρόχρονες διαδικασίες. Και τελικά διαμορφώθηκε ένα τοπίο αβεβαιότητας, ασάφειας και αντιφατικών ερμηνειών. Και ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι αυτό: Οι μισές αιτήσεις απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια. Σχεδόν μία στις δύο αιτήσεις δεν πληρούσε τελικά τις προϋποθέσεις προστασίας. Με άλλα λόγια, ένα πλαίσιο που θεσπίστηκε για να προστατεύσει τους ευάλωτους κατέληξε σε πολλές περιπτώσεις να θολώνει τα όρια ανάμεσα στην πραγματική αδυναμία και τη στρατηγική αθέτηση».
Παράλληλα τόνισε πως «το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, που υπερασπίστηκαν αυτό το πλαίσιο, κληροδότησαν στη χώρα μια βραδυφλεγή βόμβα. Παρήγαγε διαρκώς αβεβαιότητα» Σε αντίθεση με αυτό «η σημερινή κυβέρνηση αποφάσισε να μην μεταθέσει ξανά το πρόβλημα στο μέλλον. Να μην κρυφτεί πίσω από νομικές ερμηνείες και να δώσει μια οριστική λύση στο πρόβλημα. Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έδωσε μια κρίσιμη νομική κατεύθυνση ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. Εμείς, όμως, δεν μένουμε εκεί. Νομοθετούμε καθολική εφαρμογή και δίνουμε λύση για όλους όσοι έχουν ενεργές ρυθμίσεις, χωρίς νέα δικαστήρια, χωρίς νέες προσφυγές, χωρίς νέα ταλαιπωρία. Περισσότεροι από 100.000 συμπολίτες μας θα δουν άμεσα τη δόση τους να μειώνεται ραγδαία, σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και κατά περίπου 300 ευρώ τον μήνα. Πραγματική ανάσα για κάθε νοικοκυριό και μεγαλύτερη Δικαιοσύνη στην πράξη. Αλλά δεν σταματήσαμε εκεί. Προχωρήσαμε συνειδητά, πέρα και πάνω από όσα όριζε η ίδια η απόφαση, γιατί θεωρήσαμε ότι η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στη στενή νομική συμμόρφωση. Και αυτό πρέπει να ειπωθεί, χωρίς περιστροφές».
Παράλληλα τόνισε πως η κυβέρνηση« δεν ήταν υποχρεωμένη να θεσμοθετήσει αναδρομικότητα. Θα μπορούσαμε να περιοριστούμε στην εφαρμογή του νέου τρόπου υπολογισμού από σήμερα και μετά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ζήτημα λύνεται μόνο για το μέλλον. Δεν το κάναμε. Επιλέξαμε να πάμε πολύ πιο πέρα. Επιλέξαμε να αναγνωρίσουμε ότι όσοι όλα αυτά τα χρόνια παρέμειναν συνεπείς και κατέβαλαν περισσότερα από όσα τελικά όφειλαν, δικαιούνται ουσιαστικής αποκατάστασης. Τα υπερβάλλοντα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί , αναγνωρίζονται ως αποπληρωμή κεφαλαίου, μειώνοντας το υπόλοιπο της οφειλής και περιορίζοντας τη διάρκεια της. Αυτό σημαίνει μικρότερη δόση – ταχύτερη αποπληρωμή. Δεν κάνουμε το ελάχιστο που μας υποχρεώνει ένα δικαστήριο. Κάνουμε το μέγιστο που μας επιβάλλει η πολιτική ευθύνη». Το συνολικό κόστος της ρύθμισης, είπε ο υπουργός «ανέρχεται σε περίπου 700 εκατομμύρια ευρώ. Περίπου 500 εκατομμύρια αφορούν τη μελλοντική ελάφρυνση των δανειοληπτών και περίπου 200 εκατομμύρια την αναδρομική αποκατάσταση για ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί. Και θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Το βάρος αυτό δεν μετακυλίεται μονομερώς στους φορολογούμενους. Θα το επωμιστούν τόσο οι τράπεζες όσο και το σχήμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», ανάλογα με τα ποσά που έχει εισπράξει κάθε πλευρά. Επίσης, με την ίδια ρύθμιση, αποσαφηνίζουμε ότι οι ρυθμίσεις που έχουν συναφθεί μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού δεν επηρεάζονται από την παρούσα διάταξη. Οι όροι των ρυθμίσεων παραμένουν σταθεροί και, κυρίως, τα επιτόκια δεν αλλάζουν. Αυτό σημαίνει ότι δίνουμε ουσιαστική ανακούφιση στους δανειολήπτες , χωρίς ωστόσο να δημιουργούμε νέες αβεβαιότητες»
Αναφερόμενος στο Ιδιωτικό Χρέος είπε πως «εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες κληρονομιές της κρίσης. Και όταν μιλάμε για ιδιωτικό χρέος, στην πραγματικότητα μιλάμε για μια οικογένεια που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, για έναν επαγγελματία που προσπαθεί να κρατήσει όρθια την επιχείρησή του, για έναν πολίτη που δεν ζητά προνόμια αλλά μια δίκαιη δεύτερη ευκαιρία». Επισήμανε ότι «το ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε στο 94,1% το 2024, με την Ελλάδα πλέον να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι στο 121,4 % . Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις ελληνικές τράπεζες έχουν μειωθεί δραστικά. Από περίπου 40% του χαρτοφυλακίου δανείων το 2019, σήμερα βρίσκονται κάτω από το 3%, δηλαδή σε επίπεδα συγκρίσιμα πλέον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέσω του εξωδικαστικού έχουν ήδη επιτευχθεί περισσότερες από 62.000 ρυθμίσεις, ύψους άνω των 19 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε σύγκριση με το 2022 οι επιδόσεις του εξωδικαστικού έχουν αυξηθεί κατά 700%. Ο εξυπηρετούμενος δανεισμός είναι υπερδιπλάσιος του μη-εξυπηρετούμενου (179,2 δις ευρώ και 72,6 δις ευρώ αντίστοιχα)». Σημείωσε ωστόσο ότι « ακόμη κι αν ένας μόνο πολίτης παραμένει εγκλωβισμένος, η ευθύνη μας παραμένει. Γι’ αυτό, με το νομοσχέδιο που σήμερα ψηφίζουμε, ενισχύουμε αποφασιστικά όλα τα εργαλεία διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους. Μειώνουμε το όριο ένταξης στον εξωδικαστικό από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, ανοίγοντας την πρόσβαση σε περίπου ένα εκατομμύριο συμπολίτες μας. Θεσπίζουμε δυνατότητα ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία σε έως 72 δόσεις. Αυξάνουμε το ακατάσχετο όριο από τα 1.250 στα 1.600 ευρώ. Παράλληλα, ενισχύουμε ουσιαστικά την προστασία της κύριας κατοικίας μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Ο εξωδικαστικός δίνει πλέον στον δανειολήπτη μια καθαρή και ρεαλιστική επιλογή: Μπορεί να προστατεύσει την πρώτη κατοικία του, ρευστοποιώντας τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία, ώστε να επιτύχει μεγαλύτερο κούρεμα και χαμηλότερες δόσεις. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνονται ουσιαστικά οι πιθανότητες να διατηρήσει το σπίτι του και να καταστήσει τη ρύθμισή του πραγματικά βιώσιμη» και κατέληξε ότι «με όλες αυτές τις παρεμβάσεις χτίζουμε ένα συνεκτικό πλέγμα προστασίας. Ένα πλαίσιο που δίνει δεύτερες ευκαιρίες, προστατεύει την κατοικία και επιβραβεύει τη συνέπεια».
Η Ελλάδα, είπε ο κ. Πιερρακάκης «τα τελευταία χρόνια αλλάζει σταδιακά παραγωγικό μοντέλο. Οι δείκτες αποτυπώνουν μια βαθύτερη μεταβολή. Δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία γίνεται πιο παραγωγική, πιο εξωστρεφής, πιο ανταγωνιστική. Και αν θέλουμε να επιταχύνουμε αυτή τη μετάβαση, χρειαζόμαστε περισσότερες επενδύσεις, περισσότερα παραγωγικά κεφάλαια και περισσότερη χρηματοδότηση για επιχειρήσεις που θέλουν να αναπτυχθούν, να καινοτομήσουν και να δημιουργήσουν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Αυτό ακριβώς υπηρετούν οι διατάξεις του νομοσχεδίου για τα επενδυτικά κεφάλαια. Καθώς με το παρόν νομοσχέδιο διαμορφώνουμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό πλαίσιο για τη διαχείριση εναλλακτικών επενδύσεων, με στόχο να προσελκύσουμε στην Αθήνα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, διαχειριστές και υψηλής εξειδίκευσης στελέχη. Αυτό που προσφέρουμε είναι νομική βεβαιότητα, σταθερότητα και καθαροί κανόνες. Ξεκαθαρίζουμε ότι τα ξένα funds και οι μητρικές εταιρείες τους συνεχίζουν να φορολογούνται εκεί όπου είναι εγκατεστημένα, ενώ κάθε πραγματική οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στην Ελλάδα (γραφεία, υπηρεσίες, μισθοί, εταιρικά κέρδη και ΦΠΑ ) φορολογείται πλήρως εδώ. Με άλλα λόγια, δημιουργούμε ένα πλαίσιο που προσελκύει κεφάλαια χωρίς να διαβρώνει τη φορολογική βάση της χώρας. Και το όφελος για την Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερο από τα άμεσα φορολογικά έσοδα. Ένας ισχυρός κόμβος διαχείρισης επενδύσεων στην Αθήνα σημαίνει νέες, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταφορά τεχνογνωσίας και ανάπτυξη ενός ολόκληρου οικοσυστήματος υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δεν θέλουμε η Ελλάδα να είναι απλώς τόπος κατανάλωσης κεφαλαίων. Θέλουμε να γίνει τόπος διαχείρισης κεφαλαίων. Τόπος λήψης αποφάσεων. Τόπος παραγωγής οικονομικής αξίας. Και αυτό ακριβώς υπηρετεί η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση».