Παπασταύρου: «Ενεργειακή καταιγίδα» στην Ευρώπη – Τι είπε για πράσινη μετάβαση και πυρηνική ενέργεια
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ζήτησε ταχύτερη ευρωπαϊκή αντίδραση στην ενεργειακή κρίση και επανεξέταση του ρυθμού της πράσινης μετάβασης
Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να κινηθεί πιο γρήγορα απέναντι στις εξελίξεις στην ενέργεια υπογράμμισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, περιγράφοντας τη σημερινή συγκυρία ως μια «ενεργειακή καταιγίδα» και θέτοντας παράλληλα στο τραπέζι τη συζήτηση για τον ρυθμό με τον οποίο προχωρά η πράσινη μετάβαση.
Μιλώντας στο συνέδριο του Ελληνογαλλικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, ο υπουργός σημείωσε ότι η Ευρώπη λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ωστόσο, όπως υποστήριξε, σε αρκετές περιπτώσεις οι αποφάσεις λαμβάνονται με καθυστέρηση σε σχέση με την ταχύτητα των εξελίξεων.
«Βρισκόμαστε μέσα σε μια ενεργειακή καταιγίδα και η Ευρώπη παίρνει τα σωστά μέτρα μεν, δυστυχώς όμως πολλές φορές δεν προλαβαίνει την κρίση», ανέφερε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι απαιτείται μεγαλύτερη ταχύτητα και αποφασιστικότητα.
Ο κ. Παπασταύρου έφερε ως παράδειγμα συζήτηση που είχε πραγματοποιηθεί στο Συμβούλιο των υπουργών Ενέργειας τον περασμένο Μάρτιο, υποστηρίζοντας ότι το βασικό ζητούμενο για την Ευρώπη είναι να μπορεί να προλαμβάνει τις ενεργειακές πιέσεις και να μην περιορίζεται στην αντίδραση αφού μια κρίση έχει ήδη λάβει μεγάλες διαστάσεις.
«27 διαφορετικές αγορές ενέργειας»
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφορούσε τον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Ο υπουργός υποστήριξε ότι, παρά τον συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών, δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη μια πραγματικά ενιαία αγορά.
«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Υπάρχουν 27 διαφορετικές αγορές με μια μορφή συνεργασίας πολύ χαλαρή», ανέφερε.
Παράλληλα, έκανε αναφορά στις συναντήσεις των υπουργών Ενέργειας και στη λειτουργία του Task Force, το οποίο, όπως είπε, δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Έλληνα πρωθυπουργού. Το ζητούμενο, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, είναι η ενίσχυση των κοινών ευρωπαϊκών δράσεων απέναντι σε μια ενεργειακή πρόκληση που επηρεάζει συνολικά την Ευρώπη.
Η πράσινη μετάβαση και η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας
Ο υπουργός συνέδεσε την ενεργειακή κρίση και με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, εκφράζοντας ανησυχία για τις πιέσεις που δέχεται η ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Όπως ανέφερε, η πράσινη μετάβαση αποτελεί έναν σταθερό ευρωπαϊκό στόχο, όμως ο τρόπος και η ταχύτητα υλοποίησής της θα πρέπει να προσαρμόζονται στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
«Ιεραρχήσαμε την πράσινη μετάβαση πάνω από την κοινωνική συνοχή και την ανταγωνιστικότητα. Δεν είπε κανείς να μην την κάνουμε, αλλά πρέπει να εξελίσσεται ανάλογα με τις συνθήκες», δήλωσε.
Σύμφωνα με τον κ. Παπασταύρου, η ταχύτητα με την οποία προχώρησε η ενεργειακή μετάβαση έχει επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την κοινωνική συνοχή. Η θέση που διατύπωσε είναι ότι η πορεία προς ένα καθαρότερο ενεργειακό μοντέλο θα πρέπει να συνεχιστεί, αλλά ταυτόχρονα να λαμβάνονται υπόψη το κόστος για την οικονομία και οι επιπτώσεις στους πολίτες.
Πάνω από 50% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ
Αναφερόμενος στην ελληνική ενεργειακή μετάβαση, ο υπουργός στάθηκε στην αλλαγή του ενεργειακού μείγματος της χώρας τα τελευταία χρόνια.
Όπως είπε, πριν από περίπου δύο δεκαετίες πάνω από το 90% της ηλεκτροπαραγωγής προερχόταν από τον λιγνίτη, ενώ σήμερα περισσότερο από το 50% προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ωστόσο, σημείωσε ότι το επόμενο σημαντικό βήμα αφορά την αποθήκευση ενέργειας, όπου, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, υπάρχουν ακόμη περιθώρια ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στις δυνατότητες ενίσχυσης των ελληνογαλλικών επενδύσεων σε τεχνολογίες που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση. Το υδρογόνο, οι μπαταρίες και η γεωθερμία είναι μεταξύ των πεδίων που, όπως είπε, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συνεργασίας με τη Γαλλία.
Στο τραπέζι και η πυρηνική ενέργεια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά του υπουργού στην πυρηνική ενέργεια. Ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει ανοίξει τη σχετική συζήτηση, με αντικείμενο τις νέες τεχνολογίες, τα ζητήματα ασφάλειας αλλά και το οικονομικό κόστος.
Όπως ανέφερε, το ερώτημα είναι κατά πόσο οι τεχνολογικές εξελίξεις μπορούν να προσφέρουν επαρκείς δικλίδες ασφαλείας και αν η σχέση κόστους-οφέλους μπορεί να δικαιολογήσει μια τέτοια κατεύθυνση.
«Όταν όλοι οι γείτονες έχουν γύρω σου πυρηνικούς αντιδραστήρες, είναι λογικό να το κοιτάζεις κι εσύ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η αναφορά αυτή δεν σηματοδοτεί, με βάση όσα περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη τοποθέτηση, συγκεκριμένη απόφαση για την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα, αλλά την πρόθεση να εξεταστούν οι τεχνολογικές εξελίξεις και τα δεδομένα που διαμορφώνονται στην περιοχή.
Στο επίκεντρο της παρέμβασης του υπουργού βρέθηκε τελικά το ίδιο ερώτημα που απασχολεί πλέον έντονα την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική: πώς μπορεί η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας να συνεχιστεί, χωρίς να αυξάνονται υπέρμετρα οι πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στο κόστος για τα νοικοκυριά. Η συζήτηση, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του, δεν αφορά την εγκατάλειψη της πράσινης μετάβασης, αλλά τον ρυθμό και τον τρόπο με τον οποίο αυτή θα προχωρήσει μέσα στις νέες ενεργειακές και οικονομικές συνθήκες.