Οι τρεις προτεραιότητες της κυβέρνησης για τον αγροτικό τομέα και το στίγμα για τη νέα ΚΑΠ

Οι τρεις προτεραιότητες της κυβέρνησης για τον αγροτικό τομέα και το στίγμα για τη νέα ΚΑΠ

Με βασικό στόχο να μπει τέλος στις χρόνιες στρεβλώσεις γύρω από τις αγροτικές ενισχύσεις και δευτερεύοντα να μειωθούν οι βαθύτερες αδυναμίες του πρωτογενούς τομέα η κυβέρνηση έφερε προς συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, μετά από πρόταση του πρωθυπουργού, τη σύσταση Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα.

Η σύσταση Διακομματικής Επιτροπής, σε συνδυασμό με τις προτεραιότητες της κυβέρνησης για το μέλλον της γεωργίας και της κτηνοτροφίας που παρουσίασε στην ομιλία του στη Βουλή ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης δείχνουν την προσπάθεια της κυβέρνησης να απορροφήσει κραδασμούς, να ανακτήσει αξιοπιστία στο πεδίο των ενισχύσεων και να «κλειδώσει» μια συζήτηση στρατηγικής πριν την επόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση της ΚΑΠ.

Κατά τη χθεσινή συζήτηση στη Βουλή για τη σύσταση διακομματικής επιτροπής για τον πρωτογενή τομέα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης έθεσε στον πυρήνα της τοποθέτησής του τρεις άξονες: το νέο ψηφιακό σύστημα πληρωμών, την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων και τη διαπραγμάτευση για το επόμενο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Πρώτη και πιο άμεση προτεραιότητα, σύμφωνα με την κυβέρνηση είναι η εφαρμογή «του νέου οριστικού ψηφιακού συστήματος» για την καταβολή των αγροτικών ενισχύσεων. «Προχωρούμε με βάση το σχέδιο δράσης για ένα σύστημα απολύτως σύγχρονο, ευρωπαϊκό και δίκαιο», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κωστής Χατζηδάκης δίνοντας έμφαση στη σταθερότητα και στην αξιοπιστία των πληρωμών.

«Πρόκειται για ένα πεδίο όπου διαχρονικά καταγράφονται αδυναμίες, καθυστερήσεις και ασάφειες, που συχνά μετατρέπονται σε πολιτικό πρόβλημα και κοινωνική ένταση» σχολιάζουν κυβερνητικά στελέχη.

Δεύτερος άξονας, πιο απαιτητικός αλλά και πιο κρίσιμος, είναι η αντιμετώπιση των μεγάλων διαρθρωτικών προβλημάτων του αγροτικού τομέα. Ο κ. Χατζηδάκης προανήγγειλε ότι αυτά θα αποτελέσουν «τον πυρήνα» των συζητήσεων στο πλαίσιο της Διακομματικής Επιτροπής, επιχειρώντας να δώσει θεσμικό βάθος στη συζήτηση.

Με ενδεικτικές αναφορές, έθεσε μια ατζέντα που ακουμπά στα θεμέλια της ελληνικής γεωργίας. Αναφερόμενος στο ζήτημα του αγροτικού κλήρου είπε ότι θα πρέπει να αναζητηθούν λύσεις για «μεγαλύτερες και βιώσιμες αγροτικές εκμεταλλεύσεις», είτε μέσω συγχωνεύσεων, είτε ανταλλαγών, είτε αναδασμών όπου αυτό είναι εφικτό. Συνέχισε με το ανθρώπινο δυναμικό τονίζοντας την ανάγκη για εντατικοποίηση της κατάρτισης και της διά βίου μάθησης των αγροτών. Υπογράμμισε ότι ο ρόλος γεωπόνων και κτηνιάτρων θα πρέπει να είναι πιο ενεργός ώστε να «είναι πραγματικοί αρωγοί του αγροτικού κόσμου» δείχνοντας στην ουσία το κενό συμβουλευτικής και τεχνικής υποστήριξης στην ύπαιθρο, με άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα, τις αποδόσεις και τη συμμόρφωση με τους κανόνες. Σημείωσε ακόμη ότι η προώθηση συμπράξεων τύπου cluster και λειτουργία αγροτικών επιμελητηρίων θα μπορούσε να βελτιώσει την εκπροσώπηση και τη συνεργασία των αγροτών.

Για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή τόνισε την ανάγκη για τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων ως προϋπόθεση προσαρμογής στις νέες συνθήκες.

Τρίτος άξονας είναι η διαπραγμάτευση για τη νέα ΚΑΠ. Ο κ. Χατζηδάκης σημείωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα προσέλθει σε αυτή τη διαπραγμάτευση με στόχευση «να συνδεθεί – στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό – η επιδότηση με την παραγωγή και το ζωικό κεφάλαιο».

Τα νούμερα της κυβέρνησης και η πολιτική αντιπαράθεση

Ο κ. Χατζηδάκης υποστήριξε ότι η μετάβαση από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ δεν είναι μια τεχνική αλλαγή «διαχειριστικού» χαρακτήρα, αλλά μια τομή που, όπως είπε, μπορεί να κλειδώσει «για πολλές δεκαετίες» ένα δικαιότερο μοντέλο κατανομής επιδοτήσεων. Κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, το νέο πλαίσιο στοχεύει στη στήριξη των «πραγματικών παραγωγών», αφήνοντας πίσω —όπως τόνισε— ένα σύστημα που επί χρόνια έφερνε τη χώρα αντιμέτωπη με καταλογισμούς και πρόστιμα από την Κομισιόν.

Με αυτό το σκεπτικό, έθεσε ευθέως το ερώτημα προς την αντιπολίτευση αν προτείνει επιστροφή στο παλιό μοντέλο. «Υπάρχει άραγε κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης που είναι υπέρ του παλιού συστήματος καταβολής των επιδοτήσεων; Υπάρχει κάποιο κόμμα που προτιμά τα 160 εκατ. ευρώ που εξοικονομήσαμε με το νέο σύστημα και θα τα δώσουμε σε πραγματικούς παραγωγούς, να μην τα εξοικονομήσουμε και να τα δίνουμε σε πανωγραψίματα; Έχει και η δημαγωγία τα όρια της!», ανέφερε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη μεταρρύθμιση ως «γραμμή διαχωρισμού» ανάμεσα σε θεσμική εξυγίανση και πολιτική δημαγωγία.

Στην τοποθέτησή του, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης παρέθεσε και νούμερα λέγοντάς για την περίοδο 2019-2024 κατά την οποία όπως είπε οι εξαγωγές τροφίμων αυξήθηκαν, το εμπορικό ισοζύγιο στο σύνολο των αγροτικών προϊόντων έγινε πλεονασματικό για πρώτη φορά έπειτα από 35 χρόνια και οι επενδύσεις στον αγροτικό τομέα αυξήθηκαν πλησιάζοντας το μέσο όρο της Ε.Ε.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι «από το 2019 έχουν υλοποιηθεί σημαντικές πολιτικές» με μειώσεις φόρων και πλέγμα ενισχύσεων, ενώ ανέφερε ότι το 2025 καταβλήθηκαν στους αγρότες 3,82 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 13% σε σχέση με το 2024.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης εξέφρασε ικανοποίηση του για τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ στη Διακομματική Επιτροπή, αλλά ταυτόχρονα ανέβασε τους τόνους. «Εμείς αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια νέα πραγματικότητα. Εσείς θεωρείτε ότι είστε αλάνθαστοι», ανέφερε, καταλήγοντας πως «ακολουθούμε το δρόμο της αλήθειας, με μια πολιτική με αποτέλεσμα» και ότι η επιτροπή «θα οδηγήσει και σε άλλα βήματα που χρωστάμε στον αγροτικό κόσμο».