Νέα τέλη ακινήτων και ασυντήρητες πολυκατοικίες: Πρόβλημα ηθικό
Η μεταρρύθμιση στα τέλη ΟΤΑ και Περιφερειών υπόσχεται δικαιοσύνη, αλλά μάλλον θα μεταφέρει πρόσθετα βάρη, κυρίως σε ιδιοκτήτες παραμελημένων ακινήτων.
Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ειδικά πάνω από την Εγνατία, συναντούμε πολυκατοικίες που μοιάζουν να στέκονται σχεδόν κατά τύχη. Παλιές είσοδοι, φθαρμένοι σοβάδες, αλλ’ αντ’ άλλων κουφώματα και κάγκελα, διαμερίσματα ηλικιωμένων που εγκαταστάθηκαν εκεί όταν η πόλη ήταν γιγάντιο εργοτάξιο. Παρά την υποβάθμιση, στη συγκεκριμένη περιοχή οι αντικειμενικές αξίες εκτοξεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, επειδή οι αγοραστές ενδιαφέρθηκαν για τα ιστορικά κέντρα.
Με αφορμή αντίστοιχες γειτονιές στις μεγαλύτερες πόλεις μας, τα νέα τέλη υπέρ ΟΤΑ και Περιφερειών προβληματίζουν. Η πολυσυζητημένη μεταρρύθμιση του Υπουργείου Εσωτερικών επιχειρεί να διορθώσει μια αδικία. Μέχρι σήμερα, ένα διαμέρισμα 100 τετραγωνικών σε λαϊκή γειτονιά συχνά πλήρωνε σχεδόν τα ίδια δημοτικά τέλη με αντίστοιχο ακίνητο σε περιοχή υψηλής ζήτησης. Η ενοποίηση του ΤΑΠ και του Φόρου Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων στο νέο Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης, με υπολογισμό του μόνο βάσει αντικειμενικής αξίας και παλαιότητας, παρουσιάζεται ως πιο δίκαιη, τουλάχιστον αν πρόκειται να συγκριθούν υποβαθμισμένες και μη ζώνες, ή καταστήματα σε εμπορικούς και μη δρόμους. Εντούτοις, το μέτρο έχει πολύ ευρύτερη χρήση.
Ως γνωστόν, εν Ελλάδι, σχεδόν κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού εκφυλίζεται σε μηχανισμό μετακύλισης βαρών στον πολίτη. Όταν ακούγεται η φράση «θα αποφασίζει το τοπικό συμβούλιο», οι περισσότεροι δεν φαντάζονται αποκέντρωση. Φαντάζονται αυξήσεις για να κλείσουν δημοσιονομικές τρύπες. Ειδικά όσον αφορά το νέο τέλος, αυτό έχει προκύψει επειδή το κράτος αποφεύγει να ρυθμίσει αποφασιστικά τη χρηματοδότηση της Αυτοδιοίκησης. Δήμοι και Περιφέρειες αποκτούν ολοένα περισσότερες αρμοδιότητες, μα όχι τους αντίστοιχους πόρους, και αυτό θα πρέπει κάπως να αντιμετωπιστεί.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το καινούργιο πλαίσιο, μαζί με το Τέλος Τοπικής (δηλαδή δημοτικής) Ανάπτυξης εισάγεται και το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης. Δηλαδή μία γενναία επιβάρυνση πάνω στην υπερφορτωμένη ακίνητη περιουσία, η οποία μάλιστα θα μπορεί να διαφοροποιείται ανά δήμο και Περιφέρεια. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ορισμένοι ακινητούχοι θα βρίσκονται στο έλεος τοπικών αρχόντων και των ιδεοληψιών τους· στη χειρότερη μοίρα θα βρεθούν οι ιδιοκτήτες παραθεριστικών (και εργοστασίων-αποθηκών), σε δήμους όπου δεν ψηφίζουν. Προφανώς θα υπάρξει και περαιτέρω επιβάρυνση στο ήδη υψηλότατο κόστος στέγης, ενώ το ΔΝΤ προτρέπει να ενεργοποιηθούν κλειστά παλιά διαμερίσματα σε βολικές γειτονιές.
Επιπλέον, τα νέα τέλη θα συνεχίσουν να εισπράττονται μέσω των λογαριασμών ρεύματος. Ο πολίτης δεν μπορεί να διακρίνει εύκολα τι πληρώνει για ενέργεια, τι για ανταποδοτικά δημοτικά τέλη και τι για έμμεσους φόρους. Πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα που ξεκίνησε ως πρακτική ευκολία και κατέληξε σε μηχανισμό άτυπου φορολογικού εξαναγκασμού. Ελληνική ιδιαιτερότητα με τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά, που όμως διατηρεί ο εκσυγχρονισμένος Κώδικας ΟΤΑ.
Ωστόσο, τα προβλήματα δεν εξαντλούνται στον καθορισμό ύψους και στον τρόπο είσπραξης των τελών. Υπάρχει και μια ηθική διάσταση. Τα ιστορικά κέντρα αλλάζουν δραματικά: Airbnb, επενδύσεις real estate funds, servicers κόκκινων δανείων, αιτήσεις Golden Visa και μετανάστευση έχουν αποσταθεροποιήσει την αγορά ακινήτων. Εάν τα νέα τέλη συνδεθούν με αντικειμενικές αξίες αναντίστοιχες των εμπορικών, τότε ο ιδιοκτήτης ενός παραμελημένου διαμερίσματος στην Κάτω Τούμπα, στην Αγία Τριάδα, στην Κυψέλη ή στο Κουκάκι ίσως βρεθεί σε δύσκολη θέση· ίσως καταλήξει να πληρώνει περισσότερα δίχως να παράγει μεγαλύτερο κόστος για τον οικείο δήμο· ίσως τελικά ξεσπιτωθεί, παρά τη θέλησή του.
Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες επιβαρύνσεις θα είναι μικρές. Ενδεχομένως ευσταθεί ο ισχυρισμός της, αν και αδυνατεί να τον εγγυηθεί. Τούτου δοθέντος, πρέπει επιτέλους να πάψει η εκ του κράτους αξιοποίηση των ακινήτων ως πηγή εύκολων εσόδων. Εξαιτίας της μνημονιακής υπερφορολόγησης, οι Έλληνες έχουν πάψει να είναι ιδιοκτήτες· πλέον είναι ενοικιαστές, σε ποσοστά παρόμοια με εκείνα της Δυτικής Ευρώπης. Όταν το Δημόσιο υπερχρηματοδοτείται από φόρους ακινήτων, τότε η μικρή ιδιοκτησία μετατρέπεται σε ανυπόφορο βάρος. Τότε η μικρή ιδιοκτησία περνά στους Δυνατούς της εποχής μας, με όσα αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή.