Αντεπίθεση της κυβέρνησης με αφετηρία τη ΔΕΘ – Μέτρα υπέρ των πολιτών χωρίς να κινδυνεύει η σταθερότητα, το σύνθημα

Αντεπίθεση της κυβέρνησης με αφετηρία τη ΔΕΘ – Μέτρα υπέρ των πολιτών χωρίς να κινδυνεύει η σταθερότητα, το σύνθημα
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Σε αφετηρία αντεπίθεσης της κυβέρνησης μετατρέπεται η ΔΕΘ την ώρα που το μέτωπο της ακρίβειας παραμένει η μεγαλύτερη πίεση για τα νοικοκυριά και το κυβερνών κόμμα.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση στο πακέτο των φοροελαφρύνσεων για το 2027 υπάρχει ήδη διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος περίπου 1 δισ. ευρώ, με την προσδοκία ότι μπορεί να αυξηθεί εφόσον το επιτρέψουν οι αντοχές της οικονομίας και οι ευρωπαϊκοί κανόνες, στέλνοντας ταυτόχρονα το μήνυμα ότι κάθε πρόσθετος χώρος θα επιστρέφει στους πολίτες, με προτεραιότητα τις φοροελαφρύνσεις και με έμφαση στη μεσαία τάξη, τους μισθωτούς, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους και τους νέους.

«Στο Μαξίμου δεν θέλουν απλώς να πουν «τι θα δοθεί» στη ΔΕΘ. Θέλουν να εξηγήσουν και “πώς” θα δοθεί» τονίζουν κυβερνητικά στελέχη. Αυτό αποτελεί και τον βασικό άξονα της πολιτικής αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση. Η κυβέρνηση επιδιώκει να φανεί ως η  δύναμη που αυξάνει την πίτα μέσα από επενδύσεις, εξαγωγές, περιορισμό της φοροδιαφυγής και αύξηση των φορολογικών εσόδων, ώστε στη συνέχεια να χρηματοδοτεί μέτρα που ενισχύουν το εισόδημα των πολιτών, χωρίς να διακινδυνεύει τη σταθερότητα.

Μάχη κατά της ακρίβειας

Μετά την πρωτοβουλία της κυβέρνησης σε συνεννόηση με την αγορά, υπάρχει η δέσμευση ότι τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δεν θα υπάρξουν αυξήσεις σε βασικά προϊόντα, ενώ θα διατηρηθούν οι μειωμένες τιμές σε περίπου 2.000 κωδικούς, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους. Παράλληλα, ο σχεδιασμός προβλέπει προετοιμασία μέσα στο καλοκαίρι, ώστε από τις αρχές Σεπτεμβρίου να υπάρξει νέα, ουσιαστικότερη μείωση τιμών σε προϊόντα που βρίσκονται σταθερά στο καλάθι του μέσου ελληνικού νοικοκυριού.

Η κυβερνητική γραμμή είναι ότι η μάχη με την ακρίβεια δεν κερδίζεται με συνθήματα, αλλά με ελέγχους, συμφωνίες με την αγορά και στοχευμένες παρεμβάσεις. Στην κυβέρνηση αναγνωρίζουν ότι οι πιέσεις παραμένουν μεγάλες, ειδικά για τα χαμηλότερα εισοδήματα, όμως επιμένουν ότι ο δρόμος δεν μπορεί να είναι οι οριζόντιες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα. Αντίθετα, θέλουν να δείξουν ότι κάθε μέτρο πρέπει να πατά σε πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες.

Στο ίδιο πνεύμα στήριξης της οικογένειας εντάσσεται και η καταβολή της έκτακτης ενίσχυσης των 150 ευρώ ανά παιδί σε περίπου 950.000 οικογένειες, χωρίς να απαιτηθεί αίτηση από τους δικαιούχους. Η ενίσχυση αφορά 1.525.188 παιδιά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο αγροτικό πεδίο, με την κυβέρνηση να προβάλλει την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου πληρωμών του πρώτου εξαμήνου ως απόδειξη συνέπειας απέναντι στους παραγωγούς. Η μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ χαρακτηρίζεται από κυβερνητικά στελέχη δύσκολη αλλά αναγκαία μεταρρύθμιση, η οποία αρχίζει ήδη να αποδίδει. Περισσότερα από 617 εκατ. ευρώ καταβλήθηκαν σε περίπου 530.000 πραγματικούς δικαιούχους, ενώ συνολικά από την αρχή του έτους οι αγροτικές ενισχύσεις ξεπέρασαν το 1,1 δισ. ευρώ.

 Το δημοψήφισμα του 2015 πεδίο σύγκρισης λόγων και πράξεων

Η επέτειος του δημοψηφίσματος του 2015 προσφέρει στην κυβέρνηση ένα ακόμη πεδίο σύγκρισης με την αντιπολίτευση.  Έντεκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, η Νέα Δημοκρατία επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα της αξιοπιστίας και του κόστους των εύκολων υποσχέσεων. Από το κυβερνητικό στρατόπεδο υπενθυμίζουν ότι εκείνη η περίοδος αποτέλεσε κορύφωση μιας πολιτικής αυταπάτης, η οποία οδήγησε τελικά σε βαρύ λογαριασμό για τη χώρα, την οικονομία και τη μεσαία τάξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση συνδέει τις σημερινές εξαγγελίες της αντιπολίτευσης με το πολιτικό προηγούμενο του 2015. Στο στόχαστρο μπαίνει κυρίως ο Αλέξης Τσίπρας, για τον οποίο κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι εξακολουθεί να κινείται στη λογική των ακοστολόγητων δεσμεύσεων. Η αναφορά σε προτάσεις όπως ο 13ος και ο 14ος μισθός, αξιοποιείται από τη Νέα Δημοκρατία ως παράδειγμα πολιτικής που μπορεί να ακούγεται ευχάριστη, αλλά, όπως λένε, δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: από πού θα βρεθούν τα χρήματα;