Τουρισμός: Άλμα εσόδων, αλλά μικρότερη παραμονή επισκεπτών
Ρεκόρ εσόδων στον τουρισμό, αλλά μικρότερη παραμονή και άνιση ανάπτυξη μεταξύ των περιφερειών
Ο εισερχόμενος τουρισμός στην Ελλάδα συνέχισε την ανοδική του πορεία το 2025, καταγράφοντας ισχυρές επιδόσεις σε αφίξεις και έσοδα, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει και σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις για τον κλάδο.
Συγκεκριμένα, οι αφίξεις χωρίς την κρουαζιέρα έφτασαν τα 38 εκατομμύρια, σημειώνοντας αύξηση 5,6% σε σχέση με το 2024 και 21,2% σε σύγκριση με το 2019. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ανήλθαν στα 22,6 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,8% σε ετήσια βάση και κατά 27,9% έναντι του 2019.
Παρά τη θετική εικόνα, η ανάλυση δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν είναι ομοιόμορφη. Οι συνολικές διανυκτερεύσεις παραμένουν στάσιμες στα επίπεδα των 230 εκατ., καθώς η μέση διάρκεια παραμονής έχει μειωθεί στις 6,1 διανυκτερεύσεις από 7,4 το 2019, εξέλιξη που περιορίζει τη δυναμική των εσόδων.
Αντίθετα, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε στα 97 ευρώ, ενισχύοντας τη συνολική αξία του τουριστικού προϊόντος, ενώ η μέση κατά κεφαλή δαπάνη διαμορφώθηκε στα 595 ευρώ, παρουσιάζοντας ήπια αύξηση τόσο σε σχέση με το 2024 όσο και με το 2019.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, το Νότιο Αιγαίο και η Αττική ξεχωρίζουν ως οι πιο ισχυροί προορισμοί, συγκεντρώνοντας μεγάλο μέρος των εσόδων, με την Αττική να ενισχύεται σημαντικά λόγω της ανάπτυξης του city break τουρισμού. Αντίθετα, περιοχές όπως η Κρήτη, τα Ιόνια Νησιά και η Κεντρική Μακεδονία καταγράφουν πιέσεις σε έσοδα ή διανυκτερεύσεις.
Σε επίπεδο αγορών, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Τουρκία και οι ΗΠΑ συνέβαλαν σχεδόν κατά το ήμισυ της συνολικής αύξησης των εσόδων, ενώ η γερμανική αγορά εμφανίζει σημάδια κόπωσης με μείωση της κατά κεφαλή δαπάνης.
Θετική τάση αποτελεί η ενίσχυση του τουρισμού city break και των επαγγελματικών ταξιδιών, καθώς και η αύξηση του μεριδίου των αεροπορικών αφίξεων, που πλέον κυριαρχούν στο τουριστικό ρεύμα προς τη χώρα. Συνολικά, η εικόνα του ελληνικού τουρισμού παραμένει ισχυρή και αναπτυσσόμενη, ωστόσο η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη στρατηγικών παρεμβάσεων για την επιμήκυνση της παραμονής των επισκεπτών και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων.